Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Το δακρυσμένο φεγγάρι!


 

Μια φορά κι έναν καιρό εκεί ψηλά στον ουρανό ο Γαλαξίας των αστεριών, ο Ήλιος, το φεγγάρι , η Πούλια και ο Αυγερινός έκαναν ένα πάρτυ. Φαντάζεστε το μεγαλείο;Τα αστέρια έλαμπαν συνεχώς φορώντας τα ασημένια κοστούμια τους, ο Ήλιος είχε φορέσει την πορφυρή του χλαμύδα, η Πούλια σαν μάγισσα της νύχτας είχε ντυθεί ανάλογα και ο Αυγερινός ντυμένος με το σμόκιν του έμοιαζε πολύ επίσημος...!Είχαν πιάσει όλοι θέση στην χρυσοστολισμένη αίθουσα του ουρανού, όταν κάτι ψίθυροι έκαναν όλους να γυρίσουν τα κεφάλια τους. Μα τι να συνέβη άραγε;Το φεγγάρι! Που ήταν το φεγγάρι; Θα έχανε τέτοια φιέστα;  

 

Κι εκεί που αναρωτιόντουσαν ένα κατάλευκο σύννεφο, χωρίς κοιλίτσα, με ένα ροζ φιόγκο στο λαιμό, λίγο κουτσομπόλικο, πλησίασε την αμήχανη παρέα για να τους λύσει την απορία.Εκείνα μόλις το είδαν φοβήθηκαν ότι πάλι κάτι θα σκάρωνε, και τραβήχτηκαν πίσω, αλλά το συννεφάκι ανέβηκε σε ένα τραπέζι και φραπ! Στάθηκε πάνω στο ψηλό κηροπήγιο που ακόμα το κερί δεν το είχαν ανάψει και τους είπε:- Το φεγγάρι είναι δακρυσμένο. Τα ματάκια του είναι κόκκινα και τα χειλάκια του όλο σουφρώνουν...έτοιμο να κλάψει.- Μα γιατί; Γιατί; Αναρωτιόντουσαν όλοι μαζί γεμάτοι περιέργεια.- Που να σας τα λέω! Συνέχισε το συννεφάκι. Η αδελφή μου η Πουπουλένια απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε και εκείνο έφυγε ένα μακρινό ταξίδι για τη χαμένη Ατλαντίδα. Εγώ το ακολούθησα χωρίς να με καταλάβει και τελικά είδα ότι έφτασε σε ένα ξερονήσι. Κατέβηκε σε ένα παλιό πέτρινο κάστρο. Έβγαλε το καπέλο του, σήκωσε τα μανίκια του από το φαρδύ πουκάμισο και χτύπησε την πόρτα. Ανοιξε μια όμορφη κοπέλα, με μακριά κατάξανθα μαλλιά που όμοιά της δεν έχω ξαναδεί.  



 
Το φεγγάρι τη χαιρέτησε και καθώς η πόρτα ήταν ανοιχτή, πέρασα κι εγώ μέσα. Πήγα γρήγορα γρήγορα και κρύφτηκα πίσω από τις βελουδένιες κουρτίνες που έντυναν τα επιβλητικά παράθυρα. Πιάστηκαν χέρι-χέρι και προχώρησαν σε έναν μακρύ διάδρομο, ώσπου έφτασαν σε ένα σαλόνι πλημμυρισμένο από δυνατό φως. Κάθισαν σε ένα τραπέζι φτιαγμένο από όστρακα και γυαλί, κτύπησε η ξανθομαλλούσα το σήμαντρο και τέσσερις υπηρέτες ντυμένοι στα λευκά, και με ένα παράξενο καπέλο στο κεφάλι παρουσιάστηκαν κρατώντας στα χέρια τους πιατέλες με αχνιστά φαγητά. Σερβίρισαν, και έτσι όπως ξαφνικά ήρθαν έτσι και εξαφανίστηκαν! Σαν απόμειναν μονάχοι, άκουσα το φεγγάρι που είπε: «Καλή μου Σίρλευ, σήμερα ήρθα στο Κάστρο σου κάνοντας αυτό το μακρινό ταξίδι για να σου πω τον πόνο μου».- Και τι έγινε; Ρώτησε η παρέα γεμάτη αγωνία.- Το φεγγάρι άρχισε να διηγείται την απόρριψη της Πουπουλένιας και τον αγιάτρευτο καημό του. Και τότε τα λαμπερά μάτια της Σίρλει, έλαμψαν. Σηκώθηκε, αγκάλιασε το φεγγάρι και τον τράβηξε από το χέρι κι εκείνος την ακολούθησε σε έναν απέραντο κήπο γεμάτο παράξενα δέντρα και λουλούδια. Κάθισαν σε ένα μαρμάρινο πεζούλι, τοποθέτησε τον καθρέπτη της μπροστά τους, κοίταξε μέσα και βλέποντας το φεγγάρι του είπε: «Φίλε μου αγαπημένε κοίταξε τι όμορφος που είσαι; Αν δεν σε θέλει η Πουπουλένια, χρόνια τώρα σε περιμένω εγώ, σαν μια μακρινή ιστορία παραμυθιού. Τι λες;». Το φεγγάρι δάκρυσε. Τι κρίμα...αγαπούσε την Πουπουλένια. Αλλωστε ζούσαν στην ίδια πολιτεία του ουρανού κι έτσι θα μπορούσαν να είναι μαζί, ενώ με τη Σίρλει; Μόνο αν κάποια μάγισσα την έκανε αστέρι και πέταγε μαζί του ψηλά στο ουράνιο στερέωμα...δύσκολο...κι έτσι, το φεγγάρι σηκώθηκε. Έπρεπε να φύγει γιατί είχε μεγάλο ταξίδι να κάνει. Αποχαιρέτησε τη φίλη του και άρχισε να ανεβαίνει για το σπίτι του.- Κι εσύ τι έκανες;- Εγώ την ακολούθησα, συνέχισε το κατάλευκο συννεφάκι και τότε είδα τα δάκρυα που έπεφταν από τα μάτια του Φεγγαριού πάνω στη γη, γεμίζοντάς τη με κάτι όμορφα λουλούδια που τα ονόμασαν νυχτολούλουδα. 




Μυρίζουν μόνο κάθε βράδυ, γεμίζοντας τον τόπο μοσχοβολιά, για να θυμίζουν την όμορφη ιστορία αγάπης του Φεγγαριού που σημάδευε παντοτινά τη ζωή του. 

Photobucket

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

.....είπαν....

Είναι τόσο μικρή η ζωή!
Ούτε τον εαυτό σου δεν προφταίνεις να γνωρίσεις.
Ούτε ακόμα να χορτάσεις αυτή τη γλυκιά προσμονή
για όλα αυτά, που έτσι κι αλλιώς, το ξέρεις πως δε
θα ‘ρθουν… 

Upload.gif


Αλκυόνη Παπαδάκη

Τι κάνει έναν άνθρωπο??

- Λοιπόν, τι είναι όλα αυτά τελικά που κάνουν έναν άνθρωπο?
Το συναίσθημα, η λογική?
Οι αποφάσεις που δε πήρε?
Οι πράξεις που έκανε?
Τα λόγια που δε ξέχασε ποτέ, ή οι άνθρωπι που γνώρισε?




 
 
- Λίγο απ' όλα είναι, να το ξέρεις. Καθένα τον τραβάει κάτι περισσότερο...
Για τι θες να σε θυμούνται κάποτε?
Για τις συγνώμες που ζήτησες?
Την αγάπη που έδωσες?
Τις τολμηρότερες πράξεις σου, τις μεγάλες επαναστάσεις?
Τα δυνατά λόγια?
Τις αχάλαστες υποσχέσεις?
Τον πιο μεγάλο έρωτα?
 









- Δε ζήτησα ποτέ συγνώμη.
Δεν έδωσα ποτέ αγάπη.
Δεν τόλμησα ποτέ, ούτε επαναστάτησα.
Τα λόγια μου ήταν σκληρά. Πάντα.
Δεν έδωσα ποτέ υπόσχεση που ακόμα να ΄ναι δεμένη...
Δεν ερωτεύτηκα, δε θυμάμαι, δε μπορώ να καταλάβω.
Απ' τη ζωή μου λοιπόν, τι μου λες πως θα θυμάμαι?












- .......................................... μόνο αυτά είναι η ζωή... εκεί μέσα είναι χωμένη... Λυπάμαι, δε ξέρω αν θα θυμάσαι... Ίσως δεν είναι αργά ακόμα... Κι είναι στιγμή να ζήσεις... ΞΕΚΙΝΑ...

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Το χθές....

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μία μέρα πριν το σήμερα.
Ήταν πολύ μακριά από σήμερα. 




561798

Ήταν χαμένη στην αιωνιότητα, αλλά ήταν και πολύ κοντά, σαν τις δύο όψεις μιάς παλάμης.
Ήταν το χθες
Χθες είναι κάθε μέρα πριν το σήμερα.
Είναι κάθε μέρα, που μας δίνει πόνο, χαρά, μιάν αγάπη, ένα τραγούδι, κάποια γλυκιά παρουσία.
Το χθες είναι η μέρα που κάνουμε όνειρα για το αύριο.
Χθες είναι η μέρα που γεννήθηκε ένα παιδί, μιά νέα ελπίδα. 


 

 
Σαν σήμερα κι όμως χθες είναι η μέρα, που μια φιλική παρέα πίνοντας τραγουδούσε για μια μικρή αγάπη με όμορφα φωτεινά μάτια.
Το χθες είναι η Ιστορία της χώρας μου.
Είναι μια ανάμνηση στο μυαλό μου.
Αγαπώ όλες μου τις αναμνήσεις.





Χωρίς χτες

Photobucket
δεν υπάρχει σήμερα και χωρίς σήμερα δεν υπάρχει αύριο.
Αλλά σήμερα είναι σήμερα και μπροστά μας είναι το αύριο, είναι το μέλλον. 



 
Είμαστε νέοι.
Photobucket
Το μέλλον είναι δικό μας.

''H Αγάπη και ο κακός ο λύκος!

Η Αγάπη κι ο κακός ο Λύκος...





Ήρθες! Κι είναι σαν να γύρισες!



Κρυμμένη, το θυμό σου να ξεπλύνεις πάσχιζες .....




Το δάκρυ που ξέχασες όμως, στο μάγουλο να κρύψεις προσπαθείς!



Τον πόνο σου τον βλέπω!





Σε πρόδωσαν; Σε έκαναν την πίστη σου να χάσεις;






Και είναι λόγος αυτός να κρύβεσαι;




Κι είναι λόγος αυτός τον έρωτα να καταριέσαι;
Free Image Hosting




Φιλί!


Φιλί λέγεται αυτό, που σε παρακαλά στα χείλια σου να κάτσει




















Να ξαποστάσει από της νύχτας την κραιπάλη την ανέμελη.




Χάδι!





Χάδι λέγεται αυτό, που στο κορμί σου πάνω κατρακυλά και πέφτει.





Πέφτει! Θα το χάσεις!








Χαμένη εμπιστοσύνη!






Χαμένη εμπιστοσύνη λέγεται ο πόνος σου, που έρωτα να πλησιάσει δεν αφήνει!




Σα φύλακας σε κρύβει και σε σκεπάζει να χαθείς από του βέλους τη θωριά του!







Και τι κέρδισες τα χρόνια που 'ζησες ετούτη τη ζωή;




Χωρίς τον έρωτα που πας να φύγεις;



Πώς να φύγεις από τη χώρα της τρελής παραφροσύνης αν το τσαμπί του δεν τρυγήσεις, κρασί γλυκό να πιεις, παράφορα να τρέξεις σ' αγκαλιές;

Photobucket






Τη λέξη ψάχνεις για να μείνεις;
Image Hosted At MyspaceGens




Αγάπη!





Ένα χαρτί στην τράπουλα κι αυτό, τυχαία τράβηξε το με θάρρος!







Σαν στα παραμύθια!
Friends18.com Orkut Scraps




Σε φοβίζει σαν το κακό το Λύκο;







Σε πονάει; Δεν είναι αυτό που σε πονάει!

Photobucket





Είναι οι παλιές πληγές που καυτηριάζει! Λίγο πονάνε στην αρχή!
Image Hosting


Αυτό ήταν, χαμογέλασε!




Πες τώρα τη λέξη!
Image Hosted At MyspaceGens


«Αγάπη»!
Image Hosted At MyspaceGens





Ερισθέας Σείριος

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Κραυγές και ψίθυροι.....


  **



Μια μέρα, ένας σοφός Ινδιάνος έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του: -"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;" 
 
"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" απάντησε ο ένας.
"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
"Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος" είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση: "Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή; Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο.

"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι; Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιό δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν'ακουστούν. Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι; Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά. Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν. Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.


 

 
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά: "Οταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σαν απομακραίνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πιά τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού"

Είσαι όλη από αφρούς λεπτούς ανάλαφρους.......

Photobucket
Είσαι όλη από αφρό
Είσαι όλη από αφρούς λεπτούς ανάλαφρους
Και σε διαβαίνουν τα φιλιά και σε ποτίζουν οι μέρες
...Η κίνησή μου, το άγχος μου κρέμουνται απ’ το βλέμμα σου.
Κούπα από αχούς και φυλακισμένα αστέρια.
Είμαι κουρασμένος... όλα τα φύλλα πέφτουν, πεθαίνουν.
Πέφτουν, πεθαίνουν τα πουλιά. Πέφτουν, πεθαίνουν οι ζωές.
Κουρασμένος, είμαι κουρασμένος. Έλα, πόθησέ με, δόνησέ με.
Ώ, φτωχή μου αυταπάτη, αναμμένη μου γιρλάντα!
Η αγωνία πέφτει, πεθαίνει. Πέφτει, πεθαίνει ο πόθος.
Πέφτουν, πεθαίνουν οι φλόγες στην ατέλειωτη νύχτα.


Καμίνι από φώτα, περιστέρι από ξανθή άργιλο,
απελευθέρωσέ με απ’ αυτή την νύχτα που μ’ ακολουθάει επίμονα
και μ’ εκμηδενίζει।


Βύθισέ με μεσ’ την φωληά του ίλιγγου και της θωπείας.
Πόθησέ με, κράτησέ με.
Η μέθη στην ανθισμένη σκιά των ματιών σου,
οι πτώσεις, οι θρίαμβοι, τα πηδήματα του πυρετού.
Αγάπε με, αγάπε με, αγάπε με.
Όρθιος σου το κραυγάζω! Θέλε με.
Σπάζω την φωνή μου φωνάζοντάς σε και κάνω κύκλους φωτιάς
Μεσ’ τη γεμάτη αστέρια και λαγωνικά νύχτα.
Σπάζω την φωνή μου και κραυγάζω. Γυναίκα αγάπα με, θέλε με.
Η φωνή μου καίει στους ανέμους, η φωνή μου πέφτει και πεθαίνει.


Κουρασμένος. Είμαι κατάκοπος. Φύγε. Απομακρύνσου. Σβύσου.
Μη φυλακίζεις το στέρφο κεφάλι μου μεσ’ τα χέρια σου.
Να μου διαβαίνουν στο μέτωπο τα μαστίγια του πάγου.
Να μαστιγώνεται η ανησυχία μου με τους ανέμους του Ατλαντικού.
Φύγε. Απομακρύνσου. Σβύσου Η ψυχή μου πρέπει να είναι μόνη.
Πρέπει να σταυρωθεί, να γίνει ψίχουλα, να στροβιλισθεί
ν' αναποδογυριστεί, να μολυνθεί μόνη,
ανοιχτή στην παλίρροια των θρήνων,
καθώς φλογίζεται στον κυκλώνα των ορμών,
ορθωμένη ανάμεσα στους λόφους και τα πουλιά,
να εκμηδενιστεί, να εξολοθρευτεί μοναχή εγκαταλειμμένη και απομόναχη
σαν ένας φάρος τρομάρας

Pablo Neruda..

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Ιστορία Χωρίς Τίτλο...



...Κάποτε, είχα γνωρίσει μια κοπέλα και κάναμε πολύ καλή συντροφιά. Ο λόγος γι' αυτό, ήταν -μάλλον- που 'χαμε αρκετά κοινά σημεία επαφής. Ξέρετε πως ειν' αυτά τα πράματα! Λένε πως τα ετερώνυμα συνήθως έλκονται και θα συμφωνήσω, αναγκαστικά, μ' αυτό. Εν  
τοιαύτη περιπτώσει, έχει βάση ήδη, με την έννοια πως ανήκαμε σ' αντίθετα φύλα. Ωστόσο, μέσα μου πιστεύω ακράδαντα, πως ακόμα και σε φαινομενικά εντελώς ετερόκλητες καταστάσεις, το εσώτερο "μάτι" μας, αναζητεί ν' αναγνωρίσει, τα έστω λιγοστά τυχόντα κοινά στοιχεία, για να νιώσουμε ασφαλέστεροι.
     Να μη πολυλογώ, υπήρχαν τέτοια μεταξύ μας κι εδώ θα αναφέρω δυο από δαύτα, χάρη στην ιστορία που θέλω να διηγηθώ. 
 Το πρώτο ήταν, ο τρόπος που ήμασταν κι οι δυό ερωτευμένοι, με τον ίδιο τον Έρωτα, αυτόν καθ' αυτόν, ως θεότητα, ιδέα, νόημα ζωής, αξία κι ότι άλλο. Ας το αφήσουμε λοιπόν στην άκρη κι ας πάμε παρακάτω, μιας κι ο κύριος λόγος σύλληψης κι υπάρξης τούτου εδώ του κειμένου, είναι το δεύτερο. Μισό, αυτό καθ' αυτό κι άλλο μισό, επείδη τήρησα την υπόσχεση που της είχα δώσει τότε... αλλά βιάζομαι...
      Το δεύτερο κοινό, ήταν πως πίναμε το καφέ μας με τον ίδιο τρόπο! Σκέτος ελληνικός, σε μεγάλο φλυτζάνι! Πρέπει να τονίσω, πως συνήθως προτιμώ άλλου είδους καφέδες, μα όταν πίνω ελληνικό -και συμβαίνει συχνά-, έτσι ακριβώς τον πίνω! Εεεε είπα "ακριβώς"
Share This Pic ενώ δεν είναι έτσι! Εκείνη συνήθιζε πάντα να προσθέτει ένα παγάκι! Ω πόσες και πόσες φορές, κατά τη διάρκεια της γνωριμίας μας, δε τη πείραξα γι' αυτό το συνήθειο! Εκείνη δε μου αντιγύρισε ποτέ λόγο και πάντα μα πάντα, χαμογελούσε. Ένα αινιγματικό χαμόγελο επίγνωσης, χαριεντιστικό, θλιμμένο -ναι καλά ακούσατε: θλιμμένο- και κάπως ερωτικό θα μπορούσα, με κάμποση τόλμη, να προσθέσω!
     Τόσα χρόνια που περιφέρω το κουφάρι μου, στο μάταιο τούτο κόσμο, έχω μάθει πια αρκετά καλά, να βλέπω κάπως βαθύτερα και θα ζητούσα εμπιστοσύνη σ' ότι λέω. Ήταν λοιπόν ένα μίγμα συναισθημάτων, τούτο το χαμόγελο, αν κι αρχικά δεν είχα δώσει τόση βάση! Σιγά- σιγά, αυτό το πείραγμα, έγινε το παιχνίδι μας -ίσως να 'ταν "μου"- κι όσο περνούσε ο καιρός κι επέμενα να το κάνω, τόσο έβλεπα να πυργώνεται ένα μυστήριο γύρω απ' αυτό. Όμως, προς Θεού, μη φανταστείτε πως είχα μαντέψει, τι μου μελλόταν ν' ακούσω! 'Αμπα... με τίποτε...! Πάλι όμως βιάζομαι...
Upload

     Ένα γλυκό καλοκαιριάτικο δείλι, από 'κείνα τα εξαίσια δειλινά, που η καρδιά άλ
λο δε θέλει από την ανάπαυση, που μπορει να εξασφαλίσει μια γλυκιά ματιά, μια οικεία αγκαλιά, ένα χάδι ή μια καλή παρέα τέλος πάντων, τη πέτυχα κάπως θλιμμένη. Καθίσαμε να πιούμε το καφεδάκι μας κι ...έκανα πάλι, ως συνήθως, το πείραγμα. Σκέφτηκα πως αυτό, την έκανε πάντα να χαμογελά, άρα θα 'διωχνε, έστω λίγο, τις κακές της σκέψεις. Επίσης, πρέπει να 'μολογήσω, ήταν κι ένα πείραμα, με σκοπό που δεν αφορά την ιστορία, όπως κι η αιτία της θλίψης της. Πάλι χαμογέλασε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
     Ήταν γύρω στ
α τριανταπέντε. Μακριά σκούρα, σπαστά, καστανά μαλλιά, καλοκαμωμένη και ψηλή κοπέλα. Όταν χαμογελούσε όμως γινόταν άλλος άνθρωπος... τέλος πάντων... παρασύρομαι ξανά...
     Εκείνο το δείλι, αρπάζοντας την ευκαιρία, μα και για να πάρω εντελώς τη σκέψη της από 'κει, τη ρώτησα -πρώτη φορά- γιατί το κάνει αυτό! 'Αρχισα μάλιστα να επιχειρηματολογώ, πως τάχα, χαλά η γεύση του καφέ, πως τάχα με το κρύο, τελβεδιάζει κι ένα σωρό τέτοια. Μ' 'εκοψε αφοπλιστικά και μου 'πε:
-"Για να μη καώ"! και χαμογέλασε ξανά, προσθέτοντας και νοσταλγία, στο ήδη πλούσιο μίγμα του χαμόγελού της.
     Περιττό να πω πως ...τα 'χασα μ' αυτή τη τόσο προφανή απάντηση. Δε περίμενα ν' ακούσω καν απάντηση. Ωστόσο κατάλαβα πια διαισθητικά, πως κάτι πιο βαθύ υπήρχε, κάτω απ' αυτό το μυστηριώδες χαμόγελο! 'Αφησα να κυλήσει λίγος σιωπηλός χρόνος για να το χωνέψω κι είπα ηλίθια:
-"Εε... σιγά μη καείς! Λίγο να τον αφήσ

εις, θα πέσει η πρώτη άψα και μετά ρουφάς γλυκά, προσεκτικά και με θόρυβο... βρίσκω πολύ αδύνατο τον ισχυρισμό σου..." τη τελευταία φράση την είπα πειρακτικά, χαμογελαστά, για να ξεγλυστρήσω. Είχα καταλάβει πως έλεγα αστήρικτες κουταμάρες κι έτσι, πάσχισα να τις μαζέψω.
     Εκείνη όμως πιάστηκε απ' αυτό. Ήταν η κατάλληλη στιγμή; Το δείλι; Η θλίψη; Ο τρόπος που αντέδρασα; Ακόμα και τώρα δεν έχω καταλάβει τι επέδρασε. Κάρφωσε τα όμορφα καστανά της μάτια, ολόϊσια στα δικά μου και μίλησε:
-"Έχει την ιστορία του... θα σου τη πω αλλά μ' έναν όρο: Θέλω να τη γράψεις εσύ κάποτε..."!
-"Γιατί δε τη γράφεις μόνη σου"; απάντησα αιφνιδιασμένος, κολακευμένος, συγκινημένος, χαμένος κι όλ' αυτά μαζί. "Αφού γράφεις θαυμάσια"! πρόσθεσα μπερδεμένα...
-"Έτσι"! μου αντιγύρισε κοφτά, γελαστή. "Λοιπόν συμφωνείς";
-"Να σου πω..." προσπάθησα να κερδίσω χρόνο, ώστε να σκεφτώ κατάλληλη απάντηση, τέτοια ώστε, να μπορώ να διατηρήσω ανοιχτή, μια ενδεχόμενη άρνησή μου, χωρίς να θυμώσει. "...γράφω πολύ και για πολλά θέματα, αλήθεια, μα πάντα, πάντα, μόνον αν κάτι με κεντρίσει. 'Αρα μπορώ να σου υποσχεθώ εύκολα, πως αν με κεντρίσει η ιστορία σου, θα τη γράψω σίγουρα. Αν όχι δε θα μπορέσω και μη μου θυμώσεις σε παρακαλώ. Μπορεί να 'χουμε κοινά μα δεν έπεται πως ερεθιζόμαστε με τον ίδιο τρόπο...και παρακαλώ, μη πιστέψεις πως δεν αξίζει... Λοιπόν τι λες"; τέλειωσα τη φράση πιστεύοντας πως είχα κάμει το καλύτερο δυνατό...
     Έσκυψε, ήπιε μια γουλιά καφέ κι άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, σκεφτική. Ύστερα μουρμούρισε "εντάξει" και τότε μόνο σήκωσε πάλι τα μάτια της, στα δικά μου. 'Αρχισε να λέει:
     ......................
     -"Μεγάλωσα στη Κρήτη. Ερωτεύτηκα στα δώδεκα... Διακοπές καλοκαίρι, στο χωριό της μάνας μου, με τη ξαδέρφη μου την Αργυρώ, -ίδια ηλικία- και τη γιαγιά μας. Όλο κι όλο το χωριό, καμμιά σαρανταριά ψυχές...
     "Η γιαγιά είχε δυό αδερφές: την 'Αννα και τη Δέσποινα. Η 'Αννα, απάντρευτη κοντά στα εβδομήντα, έμενε μόνη στο πατρικό τους. Όλοι στο χωριό τη φωνάζαν Τρελαννιώ! Τα μαλλιά της πάλλευκα, μακριά μέχρι τα γόνατα, επιδερμίδα λευκή και γαλανά μάτια. Όμορφη!
     "Ένα μεσημέρι Κυριακής, η γιαγιά είχε φτιάξει ψαρόσουπα. Μας φώναξε, μένα και την Αργυρώ, να πάμε λίγη στη Τρελαννιώ. Φτάσαμε στο σπίτι της, δώσαμε το πιάτο με το φαγητό της γιαγιάς και παίξαμε στην αυλή με τα νερά. Έπειτα καθίσαμε δίπλα στη καρέκλα που 'πλεκε η Τρελαννιώ και μ' ολη τη παιδική μου αθωότητα, τη ρώτησα γιατί τη φωνάζουν έτσι.
     "Χαμογέλασε, μας κοίταξε και ρώτησε αν θέλουμε καφέ. Πρώτη φορά θα πίναμε καφέ, εγώ κι η Αργυρώ... Μας έφτιαξε σκέτο ελληνικό, σε μεγάλο φλυτζάνι μ' ένα παγάκι μέσα, για να μη καούμε κι άρχισε να μας λέει...
     "Όταν ήταν στα δεκάξι, οι γυναίκες κάθε πρωΐ κατέβαιναν στο κάμπο και μάζευαν τα σταφύλια. Είχε κατέβει με τις αδερφές της μέσα στ' αμπέλια και για μια στιγμή, χάθηκε. Όπως σήκωσε το κεφάλι να βρει τις άλλες, είδε ένα καβαλάρη με πολύχρωμα ρούχα, μακριά μαλλιά και μουστάκια! Τη ρώτησε πως τη λένε και της ζήτησε λίγα σταφύλια...
     "Γύρισε μετά από τρεις ώρες στις αδερφές της, αναμαλλιασμένη, ξεζωσμένη, χαμογελαστή και τους είπε τι έγινε! Εκείνες δε τη πίστεψαν. Τους έλεγε, βλέπεις, πως την άγγιξε ένας Δροσουλίτης. Τη κορόϊδευαν! Τη πήγαν στον παπά του χωριού να τη διαβάσει και στον πρόεδρο!
     "Η Αννα δε παντρεύτηκε ποτέ... Κάθε πρωΐ, χαράματα, κατέβαινε στο κάμπο, μέχρι λίγο πριν πεθάνει και πάντα χαμογελούσε...
     "Από τότε, κάθε βράδυ στο χωριό, ξενυχτούσαμε, εγώ κι η Αργυρώ, για να βρούμε το Δροσουλιτη μας και για ψέμματα, παίρναμε πλαστικά δαχτυλίδια, από το καφενείο του χωριού, τάχα πως μας τα 'φερε ο Δροσουλίτης! Φοβερός ανταγωνισμός...
     "...Από τότε, πίνω πάντα έτσι το καφέ μου: ελληνικό σκέτο, σε μεγάλο φλυτζάνι, μ' ένα παγάκι..."
     .....................
     Η λιτή, κοφτή μα τόσο πλούσια διήγηση, ξέρω πως δε μπορεί ν' αποδοθεί σε γραπτό, αν παράλληλα δεν υπάρχει κι η εικόνα της φίλης μου, όσο μιλούσε, τα ελάχιστα λεπτά που αυτή διήρκεσε... Πάλι θα γυρέψω εμπιστοσύνη...
     Όχι μόνο με κέντρισε, μα σε λίγα λεπτά, είχα στο μυαλό μου, ολάκερο τούτο το κείμενο. Είχε πολύ όμορφη φωνή, γεγονός, μα 'κείνο το δείλι, την άκουσα ομορφώτερη από ποτέ. Με μάγεψε, με συνεπήρε και της το 'πα αμέσως μόλις κατάφερα να συνέλθω...
-"Δηλαδή σου άρεσε! Θα τη γράψεις"; χάρηκε σα μικρό κοριτσάκι και για να σπάσει αυτό το λεπτό περίβλημα που μας είχε τυλίξει, πρόσθεσε πειραχτικά και παιχνιδιάρικα: "Σ' ερέθισε γλυκέ μου";
-"Πράγματι"! Γέλασα και της ζήτησα -εκνευριστικά τυπικός όπως πάντα- καθαρά κι επίσημα, την άδεια για να κάνω αυτό το γραπτό, καθώς και να το ..."ντύσω" με τη δική μου ..."παρουσία", που 'χα ήδη σκεφτεί.
-"Χαίρομαι που θα τη γράψεις... εγώ δε θα μπορούσα και δε ξέρω αν θα 'θελα... Όσο για την άδεια, στην έχω δώσει εξ αρχής. Αλλά γιατί θα το ..."ντύσεις" όπως λες";
-"Μην ανησυχείς... Τη δική σου διήγηση δε θα την αγγίξω. Είναι η δική σου ιστορία... Το "ντύσιμο" αφορά σ' όλο το υπόλοιπο και φυσικά περιγράφει το δικό μου προσωπικό διαχωρισμό, απ' αυτή..." και κλείνοντάς της πονηρά το μάτι, χαμογελαστός, πρόσθεσα: "Δική σου η ιστορία, δικός μου ο ερεθισμός"! Γέλασε κι εκείνη. Καλή της ώρα, όπου κι αν βρίσκεται, ότι κι αν κάνει.
     Κράτησα μέσα μου, ολάκερο τούτο το κείμενο. Όσο χρειαζόταν, για να ωριμάσει κι ίσως να ωριμάσω κι εγώ. Όταν ήρθε το πλήρωμα το
υ χρόνου, κάθισα και το 'γραψα...

     "Επειδή ..."                                    Σεπτέμβρης 2004 


http://www.peri-grafis.comPhotobucket

Συνολικές προβολές σελίδας

Ο Καιρός.

....για να δούμε τι θα δούμε στην Τ.V.......