Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα ... Tου Ευγένιου Τριβιζά

Μεσάνυχτα...........
 Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιες ζωγραφιές.  
Αστέρια πολλά.  
Μυριάδες αστέρια. 
 Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα. 
  Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. 
 

 Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού».  




 Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές. 
 Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει.
  Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει.
  Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας. - Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή. - Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.   
Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. 
 Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες. 
  Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα. Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή!   




 Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του.  
Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. 
 Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.  





 - Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη. 
  - Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ; 
 - Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;   
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ; 
 - Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω….....
 Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.   
Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν.  
 Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της: Έψαχνες να με βρείς; Έτσι θαρρώ! Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της.
  Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. 
 Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη. 
  Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, με ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. 
 Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα.   
Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι.  
Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει! 
  Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη…  
Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; 
 Αν καμωνόταν;
  Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν;
  Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; 
 Πως; Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο. 
  - Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει. Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
   - Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά. 
 - Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία. Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία. 
 - Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.  
 - Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.
   Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.  
 - Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο.   
Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο. - Μ’ αγαπά! - Δε μ’ αγαπά! Πονούσε η μαργαρίτα.  
Πονούσε πολύ. 
 Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή.  
Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι.  
 - Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο.  
 Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω. Σταμάτησε, σκέφτηκε. 
 Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά.  
Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω. 
  Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια.  
  


 
Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά. Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει.  
Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως. Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. 
 Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί; 
  Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…
  

 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Η πολύχρωμη μονοτονία της ζωής μου!

Ο Νίκος Καζαντζάκης είχε πει : ” Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα”..
 Αν με ρωτούσαν όμως τι χρώματα θα διάλεγα για τον δικό μου παράδεισο δεν ξέρω ποια θα διάλεγα. 
    



 Πινέλο θα ήταν τα “θέλω” μου αλλά χρώματα;
Για παράδειγμα, η μελαγχολία έχει για μένα χρώμα μπλε. Σκούρο μπλε. Την απόχρωση που παίρνει η θάλασσα όταν σουρουπώνει.  

Γιατί αυτή η απόχρωση κρύβει μέσα της ή τουλάχιστον εγώ το έχω συνδυάσει έτσι, σκέψεις πολύ αληθινές που ορισμένες φορές δεν έχω ανάγκη να θυμάμαι. 

Ο Πόνος. Ο πόνος είναι μαύρος. Σαν τα μαύρα σατέν σεντόνια της νύχτας. Για να γλιστράει στις στιγμές και να τις κάνει αξέχαστες. Γιατί αν μη τι άλλο αυτό το συναίσθημα και τις ώρες που πέρασες νιώθοντας αυτό το κενό που σου δημιουργεί, δύσκολα τις ξεχνάς. 

 

Τι άλλο; Α ναι! Ο φόβος. Ο φόβος έχει χρώμα γκρι. Γιατί δεν είναι ούτε μαύρος, ούτε άσπρος. Το να φοβάσαι σημαίνει πως ζεις και τρέμεις μην χάσεις αυτή την ζωή και ότι συνεπάγεται στο πακέτο. 



Η χαρά. Η χαρά έχει χρώμα κίτρινο. Στην απόχρωση του χρυσού. Στο χρώμα του ήλιου δηλαδή που μόλις φωτίζει διώχνει τα “σκοτάδια” της ζωής και την κάνει να χαμογελά. Στο χρώμα των αστεριών, που σε ταξιδεύουν σε μονοπάτια μαγικά πασπαλισμένα με αστερόσκονη.
Πορτοκαλί χρώμα θα διάλεγα για την έκπληξη. Σαν την έκπληξη που νιώθει το βράδυ όταν ξημερώνει η αυγή και ο ήλιος ανατέλλει.
Μοβ και πράσινη θα χρωμάτιζα την υποκρισία. Γιατί αυτός ο συνδυασμός σε μπερδεύει. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι σημαίνει. Όπως ακριβώς και η υποκρισία. 


100_0750.JPG

Ο Έρωτας θα είχε κόκκινο χρώμα στον δικό μου καμβά. Του πάθους. Κόκκινο στο χρώμα του αίματος, γιατί όταν η ουσία του Έρωτα σε διαπερνά φτάνει στις φλέβες σου και σου δίνει την αίσθηση πως ζεις ξανά, ή ζεις για πρώτη φορά. Σαν ένα τριαντάφυλλο που είναι όμορφο μα τα αγκάθια του θέλουν προσοχή. Γιατί έτσι είναι και ο έρωτας πανέμορφος, όμως αν δεν προσέξεις μπορεί να σε “τρυπήσει”.
Όταν σκέφτομαι πάντως την Αγάπη πάντα στο μυαλό μου, μού έρχεται το άσπρο χρώμα. Το χρώμα της αγνότητας. Της αγνότητας που κρύβει αυτό το όμορφο και βαθύ συναίσθημα. Ένα χρώμα που “δένει” εύκολα μέσα σε αντιθέσεις της ζωής διατηρώντας όμως την αθωότητα του χαρακτήρα της αγάπης. 

Τώρα κάποιος θα μου πει στον δικό σου παράδεισο θα έβαζες και αρνητικά συναισθήματα όπως η λύπη, η υποκρισία, ο πόνος κτλ. Ναι γιατί ο δικός μου παράδεισος δεν θέλω να διακατέχεται από μια ουτοπική αντίληψη με εξιδανικευτικό χαρακτήρα. Ο δικός μου παράδεισος θέλω να είναι αληθινός, ρεαλιστικός και πρακτικά υλοποιήσιμος. Για να μπορώ να ελπίζω ότι η μονοτονία της ζωής μου θα αλλάξει μόλις περάσει τα σύνορα του πολύχρωμου Παραδείσου μου και θα πάρει διαβατήριο η ψυχή για ένα αληθινό χρωματιστό ταξίδι σε μια ζωή γεμάτη όνειρα.

Φωτιά.... αστέρια και μάτια σκοτεινά!!!!!!!

Μου ζήτησαν κάποτε να ζωγραφίσω ένα αστέρι.
"Ένα ολομόναχο αστέρι;" ρώτησα.
Εκείνοι επέμειναν, πως ήθελαν ένα ολομόναχο
αστέρι.
Δεν τα κατάφερα.
Δεν είχε τίποτα το όμορφο τ' αστέρι μου,
γιατί ήταν κούφιο. Άδειο.
Φώναζα μέσα του και άκουγα την ηχώ
να διαστρεβλώνει τα

λόγια, τις σκέψεις, τους
πόθους μου.
Έπειτα μου ζήτησαν ένα ζευγάρι μαύρα μάτια.
Προθυμοποιήθηκα να φτιάξω ένα γελαστό, παιδικό
πρόσωπο.Πάλι επέμειναν στην αρχική τους
απαίτηση.
Τα πήγα καλύτερα. Έτσι πίστεψα...
Μα απ' τα μάτια μου έλειπαν οι φωτιές.
Και αυτοί μου ζήτησαν μάτια με φωτιές, αστέρια
και όνειρα.
Ψέλισσα αλαφιασμένη πως τέτοια μάτια
δεν τα είχε ποτέ κανείς στον κόσμο!
Εκείνοι με πέταξαν τότε στο δωμάτιο
της μοναξιάς και της απελπισίας.
Είπαν: "Αν τα είχες ζωγραφίσει, θα τα είχαμε
όλοι μας." 

   




ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ II

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

***
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε 
.........  

 



                     Οδυσέας Ελύτης

Απόλαυσε τις μικρές χαρές της ζωής !

Μερικά πράγματα που δεν τα δίνεις  σημασία μπορούν  να  δώσουν μεγάλη χαρά στη ζωή σου.......

    123tagged.Com
  • Ξύπνησε νωρίς για να δεις την ανατολή του ήλιου και πως η νύχτα γίνεται μέρα.
  • Σκέψου αυτούς που αγαπάς , που σε αγαπούν , που σε βοηθούν και να χαίρεσαι που είχες την τύχη να τους συναντήσεις.
  • Παρατήρησε πως κινούνται τα σύννεφα  , τα κύματα της θάλασσας , τα λουλούδια  του κήπου σου.
  • Χαμογέλα! Απόλαυσε την μυρωδιά των λουλουδιών, του φρέσκου γλυκού , του αρώματος σου. Γεύσου ένα κομματάκι σοκολάτας.  Παρατήρησε το παιδί ή την αγαπημένη σου ενώ κοιμάται.
  • Φύτευσε ένα  δένδρο, περιποιήσου το !
  • Θυμήσου ότι έχεις ένα σώμα : Ανέπνευσε βαθειά , κάνε γυμναστική, κάτσε πάνω στις μύτες των ποδιών σου.
  • Θυμήσου κάποια παιδική επιθυμία σου. Ποτέ δεν είναι αργά για να την πραγματοποιήσεις.
  • Ντύσου με φωτεινά, ζεστά χρώματα.
  • Κάνε την ζωή κάποιου ευχάριστη έστω και για μια μέρα.
  • Δεν χρειάζονται πολλά : ένα χαμόγελο , μερικές καλές λέξεις, μια σωστή χειρονομία.
  • Σβήσε από την μνήμη σου την κακία ορισμένων.
  • Κάθισε δίπλα στην θάλασσα και άφησε το κύμα να σου χαϊδεύει τα πόδια.
  • Πήγαινε στον κινηματογράφο και απόλαυσε μια ταινία που σου αρέσει. 
  •   
  •  

  • Άκουσε τα τραγούδια που προτιμάς. Άφησε τον εαυτό σου να παρασυρθεί από την αγαπημένη σου μελωδία, να θυμηθεί πράγματα  που σε έχουν εντυπωσιάσει.
  • Τηλεφώνησε σε έναν φίλο που είχες καιρό να ακούσεις. 
  •  

  • http://www.v-i-pics.com/daynightwishes/weekend/weekend03/weekend000153vipics.jpg
  • Διώξε το στρες της δουλειάς σου, κάνε πράγματα που σου δίνουν χαρά.
  • Βάλε πάνω στο γραφείο σου ορισμένα λουλούδια , μια φωτογραφία.
  •  
  •  
  •  
  • Γράψε πάνω σε ένα χαρτάκι το πόσο αγαπάς τον άνθρωπο σου και βάλτο κρυφά μέσα στην τσέπη του. 


  • 123tagged.Com

  •  
  • Δοκίμασε να κάνεις κάτι καινούργιο: να τραγουδήσεις, να ασχοληθείς με ένα άθλημα, να οδηγήσεις ένα ποδήλατο, να γευτείς ένα φαγητό ή γλυκό γεμάτο θερμίδες.   
  • Ετοίμασε  τις αποσκευές σου και φύγε για διακοπές κλείνοντας το κινητό σου έστω και για ένα σαββατοκύριακο.  

  •  
  • Περπάτα μέσα στην βροχή . Κοίτα τον ουρανό , αισθάνσου τις στάλες τις βροχής . Μην βιάζεσαι . Δεν θα πάθεις τίποτε είναι μόνο λίγο νερό! 















Συνολικές προβολές σελίδας

Ο Καιρός.

....για να δούμε τι θα δούμε στην Τ.V.......