Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Ομορφιές της Ινδίας!















τη φωτιά μου ανάστησα''

Για σένα
Για σένα ξημερώνει αυτός ο κόσμος.
Για σένα ετοιμάζεται η θάλασσα.
Για σένα φτερουγίζουν τα πουλιά.
Χτυπιούνται οι σειρήνες μες στα βράχια,
ζαχαρωμένα λόγια και καλέσματα.
Χωρίς μια στάλα αίμα στα φιλιά,
αχ, στα φιλιά.

Και συ, καλέ μου, στέκεσαι στου σύμπαντος τη μέση.
Αλήθεια παρανάλωμα
και μου φυλάς μια θέση.
Θεοί που συναντήθηκαν
και ποιος να τους χωρίσει.
Αυτοί που αγαπήθηκαν το φως έχουν γνωρίσει.

Για σένα λέει ψέμματα ο Απρίλης.
Για σένα τη φωτιά μου ανάστησα.
Για σένα ανοίγω πόρτα στην καρδιά.
Ξαναγεννάει η Κίρκη το νησί της,
σηκώνει το ραβδί της και λικνίζεται
μα ο μύθος της δε μ' ακουμπάει πια,
δε μ' ακουμπάει πια.
Τραγουδά  η Λιζέτα Καλημέρη,

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Η ΕΛΙΑ - Αφιερωμένη στο αγκαλιά ΖΩ.

Ακριβώς όμορφη δεν ήταν κι εδώ που τα λέμε μάλλον αδιάφορα την προσπερνούσες έτσι λεπτοκαμωμένη που ήταν δίχως καμπυλώσεις να προσελκύουν βλέμματα.
Μα αυτό στη νιότη της ωστόσο
γιατί κατά παράδοξο τρόπο απ’ όταν πέρασε η άνθισή της έγινε πιο αξιοπρόσεκτη. Κι όσο περνούσε ο καιρός, όσο μεγάλωνε κι οι ρυτίδες άρχιζαν να τη χαράζουν λες και της πρόσθεταν γοητεία αντί να της αφαιρούν.
Βρε, τι μου λέτε….γέρασα…. έλεγε κάποτε μα δίχως να το πιστεύει και τόσο ….Έλα ….έλα που χαϊδεύεσαι … αφού αρέσεις την πείραζαν οι φίλοι
Ναι, άρεσε. Το λεπτό της το κορμί ακόμα ζωντανό, τώρα έκανε εντύπωση κι αυτό τη διασκέδαζε και την έκανε να γελάει
Τι χαζομάρα…. Σκέφτηκε και τώρα. Τι χαζομάρα….
Έμεινε να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Το πρόσωπό της, το λαιμό της…. Αχ, κακά τα ψέματα μουρμούρισε κουνώντας το κεφάλι σχεδόν απογοητευμένη. Κακά τα ψέμα ξανάπε και το χέρι της ταξίδεψε στις γραμμές που σημαδεύαν το λαιμό της, τρυφερά απαλά μην τον πληγώσει κι άλλο «τι είναι ο λαιμός πέρα από το μίσχο που στερεώνει το λουλούδι σου μικρή μου» της είχε πει κάποτε ένας γέρος κι εκείνη είχε ξεσπάσει σε γέλια ηχηρά –άκου μίσχος!-
Ξαναχαμογέλασε στη θύμηση και χαμογελούσε ακόμα όπως κατηφόριζε αδιάφορα πια το χέρι όταν εκεί στάθηκε. Στη ρίζα του λαιμού στάθηκε. Στη μικρή ελίτσα. Χρόνια πίσω, μικρό κοριτσάκι ακόμα, δεν τη θέλω είχε παραπονεθεί και πως θα σε γνωρίσουμε αν σε χάσουμε της είχε πει ο πατέρας της, το δικό σου σημάδι σου είναι. Μια σταλιά εκειδά. Τίποτα το σπουδαίο σχεδόν αδιόρατη κι ας την πείραζε κάποτε η Ζουμπουλιά όταν ήταν νεαρή σχεδόν έφηβη, πως θα ξετρέλαινε μ’ αυτό το σημαδάκι τους άντρες. Κανέναν δεν ξετρέλανε. Κανένας δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία…
Και τώρα το κοίταζε
Της φάνηκε ….. Πως είχε μεγαλώσει της φάνηκε …. πως είχε άλλο χρώμα…. Ανατρίχιασε ….

Έκλεισε ραντεβού με τη δερματολόγο όσο μπορούσε πιο σύντομα. Σχεδόν άσκησε πίεση στη γιατρό να τη δεχτεί….. ξαφνικά ένοιωθε φοβισμένη στα όρια του πανικού εκεί που η λογική και η γνώση σ’ αφήνουν να τα βγάλεις πέρα μόνη σου, έκθετη σ’ όσα δεν ξέρεις ή μισοξέρεις.
Γιατί το κορμί που εμπιστεύεσαι και το νοιώθεις δυνατό εργαλείο να σφύζει ζωή, να πάλλεται, σε προδίδει. Αφήνει να μπει ο εχθρός από την Κερκόπορτα, τη δική της Κερκόπορτα
Να ταν τούτο δω το μικρό σημαδάκι η τιμωρία για όσα δεδομένα νόμιζε;
Να ταν;
Κι αν;
Το χε είχε δει. Στο σπίτι της το είχε δει
Με τους δυο γονείς ταλαιπωρημένους από δερματικά …. Όχι δεν ήθελε να το πει. Να πει τη λέξη που ποτέ πριν δεν δυσκολευόταν να την εκφέρει. Όχι δεν θα την έλεγε, δε θα το γρουσούζευε ….
Δε γινόταν ….Δεν ήθελε να το περάσει. Δεν ήθελε!

Ίδρωνε. Δεν έκανε ζέστη και το σώμα της δεν ήταν απ’ αυτά που ιδρώνουν, μα τώρα το νοιωθε να υγραίνεται. Από τις ρίζες των μαλλιών της, το στήθος, το εσωτερικό των μηρών ως τα ακροδάχτυλά της πόδια χέρια ανάμεσα, ανάμεσα, το νοιωθε να νοτίζει από τη μυστική πηγή του φόβου. Του φόβου

Κι αν;
Αν;

Αυτό θα γινόταν; Θα βάζε ένα αν στη ζωή της; Να την κατατρέχει να την καταπίνει …..
Αυτό θα γινόταν; Θα γύριζε το μαγκάνι του «αν»;

Δεν το άντεχε.

Πρέπει να βγει είπε η γιατρός
Να βγει; Είχε γεννηθεί μ’ αυτήν. Ήταν η δική της η ελιά κι άμα χανόταν πώς θα την αναγνώριζαν τώρα…..
Ναι αλλά….. πήγε να πει
Και θα γίνει βιοψία φυσικά. Της φάνηκε πως κρατούσε ήδη μαχαίρι η γυναίκα με την άσπρη μπλούζα απέναντι και την έκοβε. Της έκοβε την όποια της αντίρρηση
Γιατί θέλησε να ρωτήσει. Γιατί…..
Γιατί Πρέπει να γίνει έτσι.

Κακοήθες μελάνωμα το είπε μια φορά κι ύστερα το ξανάπε συλλαβιστά κι αργά να το καταλάβει κα κο ή θες με λά νω μα
Γιατί!

Ο αέρας είχε βαρύνει. Η ανάσα της δυσκόλεψε θα πνιγώ σκέφτηκε με τρόμο πρέπει να φύγω από δω
Στροβιλίστηκε; Μπορεί ναι μπορεί όχι αλλά τα κατάφερε. Δραπέτευσε από το σώμα που δοκιμαζόταν, δραπέτευσε από οδηγίες, αγωνίες, βλέμματα λυπημένα και δάκρυα πολλά δάκρυα, κρυφά και φανερά, τα κατάφερε, βγήκε έξω του κι έγινε παρατηρητής της ζωής της.
Χειρουργείο, χημειοθεραπείες, ακτινοθεραπείες, παρενέργειες ένα σώμα πληγωμένο…. και η ψυχή;
Η ψυχή απούσα
Το μπορείς;
Γυρνούσε ανέκφραστη ανάμεσα στη θλίψη που την κύκλωνε πήγαινε ερχόταν….. Λάθος. Την πήγαιναν την έφερναν…..
Πού είσαι της έλεγαν βουβά πού είσαι;
Αν γυρίσω πίσω πρέπει να κοιτάξω στα μάτια το ΦΟΒΟ μου. Πρέπει να το ζήσω να το ζήσω και δεν το θέλω!
Κραυγή, σιωπηλή κραυγή. Ποιος να την ακούσει μέσα σε τόση οδύνη….

Η γυναίκα κάθισε απέναντί της.
Δεν έχετε άλλη δουλειά; Ήταν αγενής αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν άρρωστη μπορούσε να είναι τα πάντα. Κακιά, δύστροπη, απαιτητική.
Φυσικά. Αλλά τώρα μπορώ να είμαι εδώ για σας. Αν το θέλετε….. Θα μου έκανε ευχαρίστηση να μιλήσουμε
Το χαμόγελο ήταν ειλικρινές.
Φαντάζομαι πως είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό. Η φωνή ήταν σταθερή, ήρεμη, δίχως οίκτο.
…………………………………………………………………………………………..

Τι είναι τα βήματα προς τη ζωή; Τι είναι το περπάτημα προς τα μπρος; Μια μεγάλη γουλιά ΘΕΛΩ. Να ζω θέλω.
Κάποτε το ξεχνά κανείς. Μα έρχεται ένα κάτι και τα πνευμόνια σου αρχίζουν να δουλεύουν πάλι
Και ο τοίχος ραγίζει……………..

Εκείνο το βράδυ μετά από καιρό έκλαψε. Πολύ έκλαψε κι ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κοίταξε τον πληγωμένο της λαιμό κι ύστερα το φόβο της απέναντι. Αναμετρήθηκαν. Θα σε παλέψω του είπε. Θα σε παλέψω


Αφιερωμένη
στο αγκαλιά-ΖΩ

Οι νοικάρηδες . ΔΙΗΓΗΜΑ.


Ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήτανε φίλοι. Από κείνους που διαβάζεις στα βιβλία κι ολοένα πιο δύσκολο γίνεται να τους συναντήσεις στην κανονική ζωή. Αυτοί ωστόσο κι ας ήτανε τόσο διαφορετικοί μπορεί και εξαιτίας αυτού, δίδυμο σημείο αναφοράς περνάγανε. Και ποτέ δεν έλεγες, Χαρίδημος χωρίς να πεις Νικολιό και το ανάποδο.

Αλλιώτικοι. Όσο ψηλός ο Χαρίδημος, τόσο κοντός το Νικολιό κι όσο νοστίμευε το Νικολιό με τη χάρη στην περπατησιά, τα σκούρα του σγουρά μαλλιά, τα μεγάλα μάτια και το τσαχπίνικο στόμα, τόσο άχαρος ο Χαρίδημος στην όψη με τα μακριά του τα κανιά να μην ξέρει που να τα βολέψει και το γυαλιστερό του κεφάλι σ’ έναν καιρό που η καθολική ξούρα του τριχωτού δεν είχε γίνει μόδα. Μπορεί τα μάτια του, ανοιχτά καστανά στο χρώμα του μελιού, με μια ιδέα αγαθότητας, να άρεσαν μα τα κράταγε χαμηλά ντροπαλά σαν κορίτσι.
Ο Χαρίδημος έπαιζε όργανο. Μαντολίνο θαρρώ κι ο φίλος του τον συνόδευε τραγουδιστικά και σε μεγάλα κέφια χόρευε κιόλας.

Γέμιζε λοιπόν το σπίτι μας χαρούμενους και φορές λυπητερούς σκοπούς ή και νοσταλγικούς κάποτε και λέω το σπίτι μας γιατί ο Χαρίδημος και το Νικολιό ήταν οι καινούριοι νοικάρηδες. Νοίκιασαν μόνο τη μια κάμαρα, την πίσω, για να ναι πιο ανεξάρτητοι αφού δεν μας συνέδεε μαζί της καμιά μεσιανή πόρτα. Πότε μπαίναν πότε βγαίναν χαμπάρι δεν έπαιρνες αφού η έξοδός τους ήταν πίσω ενώ εμάς μπροστά κι αν δεν ήταν η μουσική μπορεί και να τους ξεχνάγαμε τελείως.
Ήταν όμως οι ήχοι που μας μάζευαν δειλά, ντροπαλά, στην άκρη της πόρτας μισοκρυμένοι μισοφανεροί, αυτιά και μάτια αδηφάγα, μέχρι που το ζευγάρι των μπεκιάρηδων μας έπαιρνε χαμπάρι και μας καλούσε μέσα.

Το ζευγάρι των μπεκιάρηδων. Έτσι τους χαρακτηρίζανε καθώς ήτανε ανύπαντροι κι οι δυο κι ας ήταν ακόμα και για τα δικά μου μάτια πολύ νέοι. Να λίγο και θα τους φτάναμε. Μπορεί να φταιγε που το Νικολιό ήταν στο μπόι μας και τους περνάγαμε κοντά συνομήλικους μας.

Δουλεύανε κι οι δυο. Ο Χαρίδημος στις οικοδομές, σοβατζής θαρρώ και το Νικολιό ραφτάκος. Όλη μέρα να λείπουνε. Ο ένας στο γιαπί να κρεμιέται. Τα όνειρα για ένα κεραμίδι να τελειώνει κι ο άλλος πάνω στη βελόνα με υπομονή και τέχνη να αλαφρώνει την αυστηρότητα του αντρικού ντυσίματος.
Γυρνούσανε αργά. Οι ήχοι μαρτυρούσανε την ετοιμασία του φαγητού μόλο που σαν η γειτονιά τους γνώρισε δεν τους άφησε ποτέ από την έγνοια της και τα πιάτα, σκεπασμένα και καλυμμένα προσεχτικά, να μη δίνουνε στόχο, τους χτυπούσανε την πόρτα. Ύστερα άλλοι ήχοι πρόδιδαν πως τρώγανε. Ήτανε το ράδιο που το ανοίγανε σιγαλά να τους συνοδεύει.

Τα Σάββατα δεν τους χωρούσε το σπίτι. Ώσπου να ρθούνε, φεύγανε. Πότε γυρνούσαν απ’ τη δουλειά, πότε πλενόντουσαν, πότε γινότανε καπνός, χαμπάρι δεν παίρναμε και μόνο η κολόνια έμενε σημάδι της αντρικής παρουσίας. Όταν γυρνούσανε, ξυπνούσαμε από τα δυνατά γέλια. Σχεδόν πάντα ο Χαρίδημος που ήτανε τόσο σοβαρός στην όψη τράνταζε το σπίτι με το γέλιο του κι ήτανε το Νικολιό που σιργουλευτικά μαλακά και σιγανά προσπαθούσε να τον κάνει να χαμηλώσει τη φωνή μα δύσκολα το κατάφερνε και μόνο σαν τον έβαζε στο κρεβάτι ησύχαζε. Και φαίνεται πως το Νικολιό γρήγορα πήρε το κολάι , έμαθε να τον ξεντύνει γρήγορα κι έτσι βρίσκαμε ξανά τον ύπνο μας μετά από στιγμιαίο διάλειμμα. Και μπορεί και να νομίζαμε πως μες στ’όνειρο κάτι μας τάραξε και ξυπνήσαμε αλλά ερχόταν η άλλη μέρα, βλέπαμε το Χαρίδημο με ακόμα πιο σκυμμένο το κεφάλι να λέει την ψιθυριστή του καλημέρα και αμέσως καταλαβαίναμε την αιτία.Καθώς έγιναν δικοί μας άνθρωποι αρχίσαμε να αντιπαθούμε τα βράδια που μας τους έκλεβαν. Ας ήταν κουρασμένοι μόλις παίρναν είδηση πως καθόμαστε στη γωνιά ν’ακούσουμε το τραγούδι τους, μας καλούσανε μέσα, στην αρχή εμάς τους μικρούς μα αργότερα και οι μεγάλοι γυναίκες το πιο πολύ σμίγανε μαζί μας, αυτές δεν μπαίνανε στη μικρή κάμαρα, μένανε απέξω κουκουβιστά στη μικρή πόρτα συνοδεύοντας το τραγούδι.
Μόνο η Πέρσα έμενε παράμερα.

Η Πέρσα, μια μεγαλοκοπέλα με σακατεμένο κορμί ζούσε σ’ ένα σπιτάκι στην ίδια πίσω αυλή με τη δική μας με μια κληματαριά απέξω. Σε μια γειτονιά όλο στέγνια και ξεραΐλα η κληματαριά μοναδικό σημάδι απαλότητας και ελπίδας, μάζευε τα θερινά απομεσήμερα, ηλιοβασανισμένους μέτοικους, κυρίως γυναίκες μια και οι άντρες κάναν στάση κατά τα ειωθότα του τόπου που άφησαν, στο καφενείο της πλατείας δυο βήματα πιο κει. Καφενείο είπα; Καφενεία ήθελα να πω καθώς μια σταλιά τόπος έβριθε στο ντουκιάνι κατά πως είναι η τούρκική ονομασία του εν λόγω μαγαζιού. Και δώστου οι καβγάδες για τα πολιτικά που ήτανε και σε φούντωση εκεί μέσα του ’60 και μόλο που η πλειοψηφία ήτανε βενιζελικοί και στην πορεία με το γερο-Παπαντρέου ήτανε όλα που γινότανε κι άλλος έλεγε έτσι κι άλλος αλλιώς κι ανεβαίνανε οι τόνοι ανακατεύονταν οι κουβέντες και ποιος μιλούσε σε ποιον κι από ποιο μαγαζί δυσκολοξεδιάλυτο

Στο μεταξύ οι γυναίκες πίνανε καφέ συνοδευμένο κάποτε από γλυκό του κουταλιού ή κανένα οπωρικό από τα χέρια της Πέρσας και κουνάγανε το κεφάλι καθώς οι φωνές των αντρών περνάγανε στο χωμάτινο δρόμο και φτάνανε στ’ αυτιά τους.
Τα παιδιά παίζανε, οι γυναίκες πλέκανε και κλώθανε μαζί μυστικά και όνειρα για καλοστέριωμα σ’ αυτή την άκρη που όμως όσο και να πεις πολιτεία λογιάζονταν.
Και μόνο η Πέρσα έμενε να μη μιλά για όνειρα …

Έμενε με τον αδερφό της ένα ομορφάντρα που του άρεσε το γλέντι και η καλή παρέα. Μαυλιστής, έριχνε ματιές σαϊτιές κι ένα γέλιο που σ’ έπαιρνε πέρα από το γερασμένο πρόσωπο της γειτονιάς. Αγαπημένος των γυναικών δύσκολα πιανόταν στα δίχτυα κι η αδερφή με ανησυχία έβλεπε το παιχνίδι με τον έρωτα. Δεν ήταν και μικρός. Είχε καβατζάρει από καιρό τα τριάντα μα δε φαινόταν πως τον ένοιαζε, αλήθεια, να κάνει οικογένεια. Ν’αποκατασταθεί. Αυτός, γιατί η Πέρσα…

Και κατά παρέκκλιση, εντελώς κατ’εξαίρεση όλοι φαίνεται να συνωμοτούν για την παντρειά του Θανάση.
«Βρε μπρε μια γυναίκα να ξεκουράσει και τη μαύρη Πέρσα. Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Η μόνιμη επωδός για να πειστεί : «Δεν τη λυπάσαι κοντό;»
Πόσο να λυπηθεί κανείς; Και γιατί να λυπηθεί κανείς ή θα τανε σωστότερο να λέγαμε γιατί να πρωτολυπηθεί κανείς καθώς η λύπη είναι το οδυνηρότερο των συναισθημάτων γι’ αυτόν που τα προξενεί, όπως η Πέρσα. Όπως η Πέρσα…

Είχε ένα πολύ όμορφα σμιλεμένο πρόσωπο με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια. Ανοιχτά καστανά. Στο χρώμα του ανθόμελου. Τόσο φωτεινά…
Καλογραμμένα χείλη που στο άνοιγμά τους αποκάλυπταν μια ζηλευτή οδοντοστοιχία.
Κοχυλένιοι λοβοί με παλαιϊκά σκουλαρίκια – ενθύμημα από τη μακαρίτισσα τη μάνα της – και μια χοντρή πλεξίδα συμπλήρωναν το πορτραίτο μιας μορφής που ταίριαζε περισσότερο σε κόρη του βορρά παρά σε μια Πέρσα γόνο ενός τόπου που στα κόκκινα μαλλιά έβλεπε το σημάδι του σατανά.
Γιατί κόκκινα ήταν τα μαλλιά της. Πυρά μάλιστα. Τα μάζευε πάντα ψηλά και μόνο όταν τα λουζε τα βλέπαμε καθώς τα χτένιζε.
Στεκόταν πάντα στην αυλή, όταν είχε καλό καιρό, και με τον ήλιο πάνω τους να τα πυρπολεί λες, σεργιάνιζε το χτένι πάνω τους ένα χάδι.

Το παμε κιόλας πως ήτανε ασύνηθος ο χρωματισμός τους, ένα σκάνδαλο. Θα ταίριαζε μπορεί σε μια γυναίκα άλλη άλλου τόπου κι άλλης τάξης. Να μπαίνει σε σαλόνια καλλιτεχνών και να αφήνει τις πύρινες φλόγες αμολυτές να κατακαίνε . Θα ταίριαζε σ’ ένα κορμί γερό, μια γυναίκα δυνατή που δε θα λέγανε στον αδερφό της «κοντό δεν τη λυπάσαι;» γιατί θα ταν από χρόνια παντρεμένη και παιδιομένη μ’ ένα καλό άντρα που θα την τιμούσε και θα βλεπε την ομορφιά της τη σπάνια…
«Πέρσα! Πέρσα!»
«Όριζε!»
«Το ποκάμισσο μου μωρή..»
«Έτοιμο, αδέρφι …»
Και κούτσα κούτσα το σακατεμένο κορμί να πολεμά να βιαστε, να εξυπηρετήσει, να υπηρετήσει…
«Πέρσαα!»
Και κούτσα κούτσα….κούτσα κούτσα….
Μόνο τα χείλη ….τα χείλη….. Πότε πότε τρεμούλιαζαν και τα μεγάλα μάτια θόλωναν. Λίγο μόνο. Όσο να φανούν ακόμα πιο μεγάλα και όμορφα…
Ίσως σε μια τέτοια στιγμή να την είδε το Νικολιό. Εκείνος, της μίλησε. Νόμισε πως έκλαιγε …πως κάτι είχε… Και μπορεί τότε να είδε πόσο όμορφη ήταν και …την αγάπησε …γιατί λέω τι άλλο είναι η αγάπη; Να βλέπει μόνο την ομορφιά και η ασκήμια να σβηέται…
……………………………………………………………………………………
Κολοκύθια! Η Πέρσα τον λιγουρεύτηκε… Σιτεμένη γυναίκα, περασμένα τα χρόνια της είχε και το σακατιλίκι…Σιγά μην την ορέχτηκε το Νικολιό που χε τα νιάτα τα χρυσά… Και μην ήταν άσκημος; Ανεπρόκοπος; Χαρτοπαίχτης; Ζαριτζής; Τίποτα τίποτα … ψεγάδι κανένα…. Πώς ήτανε κοντός; Σιγά το ελάττωμα…
Όχι. Η Πέρσα έφταιξε. Αυτή τον περίμενε ένα βράδυ. Μισοκρυμένη η άμυαλη… τον είδε κι έπεσε πάνω του….
Σ’ αγαπώ του λέει-ακούς ντροπές; Ε, κι αυτός πώς να την αποπάρει που θρηνούσε και χτυπιότανε η αλαφρονούσα;
…………………………………………………………………………………………
Ο Θανάσης-η αλήθεια να λέγεται- προσπάθησε να πει στην αδερφή του….

Να της βάλει μυαλό προσπάθησε μα αυτή το χε …παντελώς χαμένο… και του λέει –ακούς εσύ;- του λέει πήγαινε και κάνε την προξενιά… αν δεν τονε πάρω θα σκοτωθώ…
Και βλαστήμησε ο αδερφός την κακή του μοίρα μα τση το κανε το χατήρι και πήγε…

Δεν ήξερε πως το Νικολιό είχε πει στην Πέρσα πως την αγαπούσε….πως να του πάει στο νου….

«Νικολιό, κατέχω σε και κατέχεις με…. Μιαν αδερφή έχω…»
Δύσκολο του ρχοτανε
Ανάθεμά το! ανάθεμα το χρέος που λέγανε πως είχε και το σεβντά που ξυπνά στων γυναικών τα μαραμένα στήθια

Έμεινε να τον κοιτά …το Νικολιό έβαλε μια ρακή… δεύτερη ….Αμίλητοι τις ήπιανε. Πάνω που θα βαζε και την τρίτη του πιασε το χέρι…..

Και του πε ο μαυροσκοτεινός αν ήθελε, την αδερφή του να του δώσει και πολέμησε να μην προδώσει τον καημό τση
Μα επίστευγενε πως θελα πει το ναι;
«Είπενέ μου απώς είσαι καλή κοπελιά λέει και….»

το «και» ή μάλλον τη συνέχεια του δεν την άκουσε ποτέ πήγε στη μέσα κάμαρα ….Ο Θανάσης ανασήκωσε τους ώμους και βγήκε

«Ίντα διάολο τση ρέχτηκε το Νικολιό;»
κι αυτή ούτε που τ’ άκουσε…

Από κείνη τη μέρα είχανε να πούνε σε υστερότερο χρόνο- από κείνη τη μέρα η Πέρσα χάθηκε. Όχι, στην κυριολεξία. Δεν πήγε πουθενά. Δεν έφυγε, δεν απομάκρυνε τον εαυτό της από τον κόσμο
Ο κόσμος έφυγε απ’ αυτήν. Ένα περίεργο πράγμα αλλά να! Ο ίσκιος της κρεβατίνας σταμάτησε να φιλοξενεί το γυναικόκοσμο. Σαν να τα χαν πει πια όλα, να χαν αποσωθεί λέει τα λόγια και η απογευματινή σύναξη εκεί δυο βήματα από την πλατεία να ταν περιττή.

Στην πραγματικότητα πρώτος έφυγε ο Χαρίδημος. Είχε μέρες που μια κατήφεια είχε πέσει. Το ραδιόφωνο δεν ακουγόταν και το Σάββατο, ο Χαρίδημος έμεινε μέσα. Πρέπει όμως να πινε μοναχός του γιατί πρώτη φορά ακούσαμε το Νικολιό δυνατά να του λέει «Δε σου παραπιάνω. Μεθυσμένος είσαι…» μα ο Χαρίδημος φώναζε πολύ αν και δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε μπερδεμένα τα λόγια του μόνο μια φορά ακούστηκε το όνομα Πέρσα κι ύστερα χτύποι. Κανείς δεν κινήθηκε…. Ένα βήμα πιο κει να κάνει να δει μη και χτύπησε κανείς μη και…. Στεκόμαστε με την ανάσα πιασμένη κι ίσως να ξημερώναμε μα είπε η μάνα «άντρες είναι πρέπει να ξεθυμάνουν πάμετε να κοιμηθούμε.»
Κι ως φαίνεται κοιμήθηκα γιατί ούτε πήρα είδηση πως ο Χαρίδημος έφυγε. Μα αυτή δεν είναι η σωστή λέξη. Εγκατέλειψε το σπίτι μας θα πρεπε να πω μα πιο σωστά όχι, πάλι εμάς μα το Νικολιό.
Και κείνος μας απόφευγε. Για πρώτη φορά δεν μας καλούσε στο σπίτι, δε γελούσε. Βαρύς έμπαινε βαρύς έβγαινε. Ώσπου ένα βράδυ ήρθε ο πατέρας και του μίλησε. Τι είπανε δεν έμαθα. Μόνο την άλλη μέρα η κάμερα άδειασε.
Έφυγε και το Νικολιό χωρίς κι αυτός να μας αποχαιρετήσει. Τι στο καλό πάθανε όλοι με μιας;
………………………………………………………………………………………..
Πεθαίνοντας η μάνα μου μάζεψε τόσον κόσμο ως να τανε πρόσωπο απ’ αυτά που τα λένε επώνυμα και δεν έμεινε κανείς να μην έρθει να την αποχαιρετήσει. Και οι περισσότεροι άγνωστοι σαν τον οδοκαθαριστή που η καλημέρα της του γλύκαινε τη μέρα (ως είπε)….
Μέσα στο χαμό του κόσμου που να τους βάλεις που να καθίσουν απέναντι στην εξώπορτα στεκόμουν μα με την πλάτη στραμμένη

«Έφυγες κι άδειασε ο κόσμος μου κερά μου…»

Γύρισα. Μια γυναίκα ακουμπισμένη στο κάγκελο της βεράντας. Περασμένη σε χρόνια. Μικρόσωμη. Ποια ήταν; Το μοιρολόι γιατί;

Πλησίασα ως όφειλα.
«Μαιρούλα, παιδί μου…..», είπε κι ένα δυσλειτουργικό κορμί έκανε με κόπο δυο βήματα προς το μέρος μου….Κι έπεσε, σχεδόν πάνω μου, σε μια προσπάθεια να μ’ αγκαλιάσει κάνοντάς με να σκεφτώ πως παρότι η δική μου η μάνα κοιτόταν νεκρή, εκείνης η θλίψη φαινόταν τουλάχιστον με πιο έντονο τρόπο.

Φάτσες δε θυμάμαι. Δύσκολα συγκρατώ χαρακτηριστικά στη θύμησή μου. Για να συμβεί πρέπει κι άλλοι παράγοντες να συνομολογούν σ’ αυτό.
Κι εκείνη η γυναίκα φαινόταν γνώριμη ενός κόσμου ή μιας εποχής ολότελα χαμένης. Πού να ψάξω να τη βρω….
Τέτοιες δύσκολες στιγμές ένας μου εαυτός ως εν εγρηγόρσει ή εν επαγρυπνήσει τελών, θυμάται και αναγνωρίζει. Με γρήγορες, σχεδόν αστραπιαίες κινήσεις ξεθάβει θυμητάρια, τα ξεσκονίζει και τα επαναπροβάλει.
Αυτό έγινε και τώρα και χωρίς να το θέλω ένοιωσα να ανταποκρίνομαι στο αγκάλιασμα και συγκινημένη…..
«Πέρσα! Πέρσα! Πόσο μου έλειψες!»
Λες κι είχε πάει απλά ταξίδι και δεν είχε περάσει ένα ποτάμι ζωή ανάμεσό μας.
Μείναμε να χύνουμε δάκρυα, εκείνη μια μικροσκοπική γερασμένη στραπατσαρισμένη φιγούρα κι εγώ πια γυναίκα στην ακμή της να την περνώ ένα κεφάλι
«Μαιρούλα μου…. Κοριτσάκι μου….»

Ακριβώς, γιατί κλαίγαμε ούτε ξέρω. Κι αν ήταν για τη μάνα μου ή για όλα όσα χάναμε κάθε μέρα αναντικατάστατα.
Αρχίσαμε να τα λέμε πιο πολύ εκείνη ρώταγε….. Τα δικά μου τα ερωτήματα δεν κατάφερναν να βρουν δρόμο, να βγουν από το στόμα. Σκόνταφταν στο «Θυμάσαι;» που όλο πεταγόταν στη μέση …..

Πότε τελειώνουν ή μάλλον πότε αρχίζουν τα «θυμάσαι;» αυτό πολύ με παιδεύει ….
…………………………………………………………………………………………..
Το βράδυ φάνηκαν κι οι δυο παλιοί νοικάρηδες, ο Χαρίδημος με το Νικολιό. Ο Χαρίδημος σχεδόν ίδιος είχε απομείνει. Ένας μπεκιάρης μακρυκάνης, λιγνός, ίδια διστακτικός και ντροπαλός. Το Νικολιό οικογενειάρχης (η γυναίκα του ως έμαθα του ριχνε ενάμισι κεφάλι), είχε βαρύνει απ’ τα κιλά και τα χρόνια. Είχε γίνει δυσκίνητος τα μαλλιά του γκριζάρισαν κι αραίωσαν… Κοντύτερος μου φάνηκε μα ίδια αγαπησιάρης μ’ αγκάλιασε δίχως να υπολογίσει την αυστηρή ματιά του φίλου του.
Κάτσαμε για λίγο μαζί να τα πούμε. Να ενώσουμε το παλιό νήμα κι όλο το Νικολιό μιλούσε κι εντύπωση μου έκανε που ρωτούσε ως να μην ήμουν εγώ που είχα φύγει κι είχα αποκοπεί αλλά εκείνος που αν και δεν έμενε πολύ μακρια λες κι είχε μετοικήσει σε άλλη χώρα και είδηση δεν είχε πάρει για όσα είχαν διαδραματιστεί.

Και κάποια στιγμή πήγα να σηκωθώ να χαιρετήσω κι άλλους -ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να ρχεται- μου πιασε το χέρι
«Η Πέρσα;» ρώτησε
Και μου φάνηκε πως και των δυο τα μάτια με κοίταζαν μ’ αγωνία την απάντηση προσμένοντας.
«Ήρθε» είπα. «Ήρθε νωρίτερα»
Έγινε σιωπή. Ή εγώ έτσι την ένοιωσα.
«Παντρεύτηκε» συνέχισα. «Έχει κι ένα γιο……»
Σαν να είδα την ανακούφιση και στους δυο. Το Νικολιό μου άφησε το χέρι ως να τελείωσε η υποχρέωσή μου.

Απομακρύνθηκα κι ας μην είχα τελειώσει την κουβέντα μου για τα νέα της που η ίδια είχε αποφύγει να μου πει μα η αδερφή της μου εμπιστεύτηκε.
«Ε, τη μαύρη Πέρσα! Ο άντρας τση γέρος και κακός τση ψηνε το ψάρι στ’ αχείλι…. Ένα κοπέλι έκαμε κι αυτό όλο σεληνιάζεται…. Και να χε παίρνει τα φάρμακά του οχιάλως….. μα αυτό είναι ανεμοκόπελη φρουκάται και α τηνε φάει ο καημός του…»

ΜΑ ΕΓΩ - ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΧΑΤΖΗΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΓΙΩΤΑ ΝΕΓΚΑ

Στίχοι - Μουσική: Σταμάτης Χατζηευσταθίου
Ερμηνεία: Σταμάτης Χατζηευσταθίου - Γιώτα Νέγκα
Άλμπουμ: Σαν των ανθρώπων τις φωνές

Μετράω στη ζωή μου αποσκευές
Φτιάχνεις καράβια στις στεριές και τα φορτώνεις παραμύθια

Μετράω στη ζωή μου τις σκιές
Σε Ατλαντίδες μακρινές θα ξεκινάς πάντα ταξίδια

Κι όλο δε μου βγαίνει
Κι όλο ελπίζω πως θα αλλάξει μα η ζωή δεν περιμένει
Κι όλο κύκλους κάνει
Κι αυτό που νόμιζα πατρίδα μου κρυμμένο ήταν λιμάνι

Μα εγώ
Θα έχω για εσένα μια αγκαλιά
Πάντα να κρύβεσαι απ' του κόσμου τα φθηνά
Μα εγώ να δεις που τα μισά σου θα μπορώ να αγαπώ

Μα εγώ
Θα έχω για εσένα μια ζωή
Να μη φοβάσαι όταν έρχεται βροχή
Μα εγώ μπορώ να σου ετοιμάζω πρωινό τον ουρανό

Μετράω στη ζωή μου διαδρομές
Μα η μεγαλύτερη είναι αυτή που 'χει η ψυχή απ'την αφή

Μετράω στη ζωή μου τις βροχές
Μα των ματιών σου οι συννεφιές μου σκοτεινιάζουν τη ζωή

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Αφιέρωμα '' ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ''

Η νησίδα Σπιναλόγκα (από τις λατινικές λέξεις spina = άκανθα και longa = μακριά) βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου της Ελούντας και στο βόρειο μέρος του κόλπου Μιράμπελο. Ο θρύλος λέει ότι η νησίδα πήρε το όνομά της από την ξακουσμένη Αρχοντοπούλα Λόγκα που έμενε μέσα στο φρούριο. Η βραχονησίδα έχει έκτασή 85 στρέμματα και το ύψος της 53 μέτρα, ενώ η ελληνική της ονομασία είναι Καλυδωνία. Κατά την αρχαιότητα, εκεί υπήρχε το φρούριο των Ολουνιτών, το οποίο είχε χτιστεί προκειμένου να προστατεύει το λιμάνι της αρχαίας πολιτείας Ολούντας. Το 1579 χτίστηκε από τους Βενετούς ένα ισχυρό φρούριο, πάνω στα ερείπια του αρχαίου φρουρίου, που σχεδιάστηκε σύμφωνα με την οχυρωματική πρακτική του προμαχωνικού συστήματος. Το φρούριο αυτό ήταν ένα από τα σπουδαιότερα φρούρια του νησιού και θεωρούνταν απόρθητο. Παρέμεινε στην κυριαρχία των Βενετών και μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους, το 1669. Την περίοδο αυτή χτίστηκαν εκεί και οι εκκλησίες του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Γεωργίου. Την περίοδο του κρητικού πολέμου (1645-1669) η Σπιναλόγκα αποτέλεσε καταφύγιο των προσφύγων και των επαναστατών, των λεγόμενων χαΐνιδων, οι οποίοι έχοντας σαν βάση τους τη νησίδα παρενοχλούσαν τους Τούρκους. Η νησίδα της Σπιναλόγκας ήταν το τελευταίο σημείο της μεγαλονήσου που κατάφεραν να καταλάβουν οι Οθωμανοί, μόλις το 1715. Από την περίοδο αυτή και μετά εξελίχθηκε σε ένα αμιγώς οικιστικό κέντρο. Υπολογίζεται ότι το 1834 κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα 80 οικογένειες ενώ το 1881, 227. Σήμερα σώζονται αρκετά κτίσματα από την περίοδο αυτή, τα οποία στην πλειονότητά τους είναι διώροφες οικίες περιτοιχισμένες από υψηλούς μαντρότοιχους, και εμπορικά καταστήματα με μεγάλες μαγαζόπορτες και τζαμωτά ανοίγματα. Το 1903, με απόφαση της Κρητικής Πολιτείας, ορίστηκε ως τόπος διαμονής των λεπρών της Κρήτης, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν αποτέλεσε τον τόπα απομόνωσης όλων των λεπρών της χώρας. Το Λεπροκομείο που ιδρύθηκε στη Σπιναλόγκα και λειτούργησε μέχρι το 1957, διέθετε διευθυντή ιατρό, νοσηλευτικό προσωπικό, επιστάτη, καθαριστές, οικονομική υπηρεσία και ιερέα. Οι άρρωστοι κατοίκησαν στα κτίρια του τουρκικού οικισμού, αλλά και σε σύγχρονα κτίρια που κατασκευάστηκαν κατά τη δεκαετία του ΄30. Μεγάλα τμήματα του βενετικού τείχους καταστράφηκαν, το 1939, με δυναμίτιδα προκειμένου να ανοιχθεί ο περιμετρικός δρόμος, που υπάρχει σήμερα στη νησίδα. Σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να βρεθεί στη νησίδα της Σπιναλόγκας με καραβάκια που φεύγουν από τον Άγιο Νικόλαο, το χωριό της Ελούντας και τον παραλιακό οικισμό της Πλάκας. Ο τελευταίος πιθανολογείται ότι χτίστηκε από μερικούς κατοίκους της περιοχής μετά την ίδρυση του Λεπροκομείου, καθώς η παραλία της Πλάκας ήταν το σημείο απ' όπου περνούσαν τους λεπρούς απέναντι, στο νησί.

Η καθημερινή ζωή των χανσενικών στην Σπιναλόγκα

Οι ασθενείς στην Σπιναλόγκα δικαιούνταν ένα μικρό επίδομα μηνιαίως, που συχνά δεν κάλυπτε τη διατροφή και τα φάρμακά τους. Ηταν μια περίοδος που το ελληνικό κράτος τυραννιόταν από διαδοχικούς πολέμους (Μακεδονικός, Βαλκανικοί, Α’ & Β’ Παγκόσμιοι, Εμφύλιος). Συνεπώς η Ελλάδα προσπαθούσε με δυσκολία να σταθεί οικονομικά στα πόδια της, γεγονός που δυσχέραινε τη θέση των χανσενικών στη Σπιναλόγκα. Οι συνθήκες ζωής των χανσενικών ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Αναφορές μάλιστα λεπρών μιλάνε για εξαθλίωση.
Η σημαντική αλλαγή ήρθε τη δεκαετία του 1930 όταν στην Σπιναλόγκα μεταφέρθηκε ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης. Ο Ρεμουνδάκης, που ήταν τριτοετής φοιτητής της Νομικής όταν αρρώστησε, φαίνεται πως ήταν ο άνθρωπος που περιμένανε οι υπόλοιποι μέχρι τότε για να διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής.
«Ημασταν μαζί. Ηταν σπουδαίος άνθρωπος και η φοβερή αρρώστια τον είχε καταδικάσει σε τύφλωση και αποκοπή του χεριού...» Μανόλης Φουντουλάκης.


«Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Αφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον δρόμο». Επ. Ρεμουνδάκης
Έτσι τα σπίτια στην Σπιναλόγκα ασβεστώθηκαν μετά από πολλά χρόνια, άνοιξε ο περιμετρικός δρόμος, συστάθηκε υπηρεσία καθαριότητας των εξωτερικών χώρων, έχτισαν θέατρο, κινηματογράφο και από τα μεγάφωνα του δρόμου ακουγόταν συνεχώς κλασική μουσική.
λεπροι στη σπιναλόγκαΑνθρωποι ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν στη Σπιναλόγκα. Εκαναν παιδιά, που μερικά από αυτά μεγάλωσαν μαζί τους χωρίς να αρρωστήσουν ποτέ.
Φρόντιζαν ο ένας τον άλλο, έκαναν όποια δουλειά μπορούσαν για να καλυτερέψουν τη ζωή τους, λειτουργούσαν δικό τους καφενείο και κουρείο, είχαν την εκκλησία τους τον Αγιο Παντελεήμονα, όπου λειτουργούσε ένας γενναίος ιερέας που χωρίς να είναι άρρωστος δέχτηκε εθελοντικά να μοιραστεί τη ζωή του με αυτή των εξόριστων λεπρών.
Η «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας» που ίδρυσε ο Ρεμουνδάκης έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Η ζωή στο νησί των λεπρών άρχισε να θυμίζει κάτι από αυτή που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στα σπίτια τους για να μεταφερθούν στη Σπιναλόγκα.
Από το 1948 και μετά ο αριθμός των λεπρών στη Σπιναλόγκα άρχισε να μειώνεται γιατί τότε ανακαλύφθηκε το πρώτο φάρμακο κατά της φρικτής αυτής αρρώστειας.
Το Λεπροκομείο έμεινε ανοιχτό μέχρι το 1957, οπότε οι τελευταίοι 20 ασθενείς μεταφέρθηκαν σε λεπροκομείο στην Αθήνα. Στο μεταξύ πολλοί είχαν θεραπευτεί και επέστρεψαν στα σπίτια τους.
Από τότε και στο εξής η Σπιναλόγκα εγκαταλείπεται και λεηλατείται, ενώ πολλά αρχιτεκτονικά μέλη των οικοδομών της στολίζουν τα πολυτελή ξενοδοχεία της περιοχής της Ελούντας.

 Η λέπρα ή νόσος του Χάνσεν

Η νόσος του Χάνσεν εξακολουθεί να ταλαιπωρεί ακόμα και σήμερα τους ανθρώπους. Σε πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, η νόσος έχει εξαφανιστεί, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ινδία, στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Το 2001 νόσησαν από λέπρα 763.000 άνθρωποι, κυρίως στη νοτιο-ανατολική Ασία (668.000), ενώ ο αριθμός νέων περιστατικών μειώθηκε σε 300.000 το 2005.
Η λέπρα οφείλεται στο Μυκοβακτηρίδιο της λέπρας (mycobacterium leprae), που είναι  συγγενικό με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Ο μικροοργανισμός αυτός ανακαλύφθηκε από τον γιατρό G.A.Hansen το 1873, γι αυτό και η λέπρα λέγεται επίσημα Νόσος του Χάνσεν.
Η νόσος είναι μεταδοτική όταν υπάρχει συχνή επαφή με ασθενή, αλλά το μεγαλύτερο μέρος (95%) του πληθυσμού έχει φυσική ανοσία.
Σήμερα υπάρχουν φάρμακα που θεραπεύουν τη λέπρα και όσοι κάνουν την κατάλληλη θεραπεία μπορούν να έχουν μια κανονική ζωή χωρίς να μεταδίδουν την ασθένεια. Ωστόσο η λέξη «λεπρός» εξακολουθεί να αποτελεί κοινωνικό στίγμα και είναι ένας από τους κύριους λόγους που κάποιοι ασθενείς δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια στα πρώτα στάδια της ασθένειας.
Η Σπιναλόγκα και η λέπρα. Τι είναι Τι την προκαλεί; Ακούγοντας για λέπρα, το πρώτο που ίσως μας έρθει στο νου είναι παραμορφωμένα πρόσωπα και απομόνωση των αρρώστων σε καλύβες κάπου μέσα στο δάσος, από φόβο μην "κολλήσουν" κι άλλοι. Τάδε έφη η σειρά «Το Νησί» του Mega. Τι είναι όμως η λέπρα;

Λέγεται και λώβη ή λώβα. Υπήρχε στην Αίγυπτο και στις Ινδίες το 1.500 π.Χ. Ήταν αρρώστια γνωστή στους Έλληνες και στους Άραβες.

Μεταφέρθηκε στην Ευρώπη απ' τα ρωμαϊκό στρατεύματα, ξαπλώθηκε όμως επικίνδυνα στην εποχή των σταυροφοριών, οπότε, και πολλοί ευγενείς που είχαν λέπρα ζούσαν ελεύθερα κυρίως στους Άγιους Τόπους.

Τι είναι όμως πραγματικά η λέπρα;

Η λέπρα, αλλιώς ασθένεια του Χάνσεν, είναι μια ασθένεια που προσβάλει το δέρμα και τα νεύρα που βρίσκονται σ' αυτό. Το όνομα της η ασθένεια αυτή, το πήρε από την ελληνική λέξη λεπρός που έχει σχέση με τις αλλαγές που προκαλεί η λέπρα στο δέρμα των ασθενών (ξεφλουδίσματα σαν τα λέπια)

Τα νεύρα απονεκρώνονται, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να χάνουν την αίσθηση του κρύου, της ζέστης και του πόνου στο δέρμα. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, αφού ασθενείς που πάσχουν από λέπρα πολλές φορές τραυματίζονται χωρίς να το καταλάβουν (αφού δεν νιώθουν πόνο) και έτσι η πληγή κινδυνεύει να μολυνθεί εάν δεν τη φροντίσουν έγκαιρα!

Από έργα ή και βιβλία, αυτό που πιθανότατα να σας έμεινε στη μνήμη για τη λέπρα, είναι πως κάνει τους ανθρώπους άσχημους και τρομακτικούς εξωτερικά.

Ως ένα σημείο αυτό είναι αλήθεια. Το πιο έντονο χαρακτηριστικό της λέπρας είναι η αλλοίωση του δέρματος. Στα αρχικά στάδια σχηματίζονται στο δέρμα μεγάλες κηλίδες κοκκινωπού (στους "ασπρόδερμους" από μας) ή λευκού (στους "σκουρόδερμους" από μας) χρώματος. Οι ασθενείς δεν νιώθουν τίποτε στα σημεία αυτά του δέρματος.

Αν η λέπρα δεν αντιμετωπιστεί σ' αυτό το στάδιο και προχωρήσει, οι κηλίδες αυτές μπορεί να διογκωθούν και στη χειρότερη των περιπτώσεων σχηματίζονται σε όλο το δέρμα μικρoί κόμποι και διογκώσεις.

Οι διογκώσεις και τα στίγματα στο κεφάλι το κάνουν να μοιάζει με κεφάλι λιονταριού (στα λατινικά facies leonina)! Αυτό μπορείτε να το δείτε πιο πάνω στην πρώτη φωτογραφία!

Ο θάνατος δεν προκαλείται από την ίδια την ασθένεια αλλά από μολύνσεις που μπορεί να πάθει ένας ασθενής λόγω της λέπρας.

Τι την προκαλεί;

Η λέπρα προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας (mycobacterium leprae). Το βακτηρίδιο αυτό ανακαλύφτηκε από τον Γιατρό G.A.Hansen το 1873.

Το ότι το βακτηρίδιο μεταδίδεται από τον ένα άνθρωπο στον άλλο είναι γνωστό αφού παλαιότερα υπήρξαν σε διάφορες χώρες παγκόσμια, μεγάλες επιδημίες λέπρας που είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.

Το πώς αυτό το βακτηρίδιο μεταφέρεται από τον ένα άνθρωπο στον άλλο παραμένει όμως άγνωστο! Προς το παρόν οι επιστήμονες πιστεύουν πως μπορεί να μεταδοθεί όταν υπάρχει στενή και συχνή επαφή ενός ατόμου με ένα άρρωστο.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Μετά από όλες αυτές τις πληροφορίες είναι καλά να ξέρουμε κιόλας πως η λέπρα... μπορεί να θεραπευτεί! Ουφφ... (Ανακούφιση!).

Προβληματική είναι η θεραπεία της λέπρας όμως σε χώρες του τρίτου κόσμου, αφού εκεί η φαρμακευτική φροντίδα δεν είναι επαρκής και συχνά δεν υπάρχουν τα απαραίτητα αντιβιοτικά που απαιτούνται για τη θεραπεία.





Για την Σπιναλόγκα έχουν γράψει στο παρελθόν, πριν την Βικτόρια Χίσλοπ, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, που δημοσίευσε το 1914 την Άρρωστη Πολιτεία της αφηγούμενη μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο νησί, και ο Θέμος Κορνάρος, που το 1933 έδωσε στον έξω κόσμο τη δική του καταγγελτική μαρτυρία με τον τίτλο Σπιναλόγκα.
Τα κείμενα αυτά μόλις επανακυκλοφόρησαν σε ένα τόμο από τον Καστανιώτη με τον τίτλο «Θέμος Κορνάρος - Γαλάτεια Καζαντζάκη. Το νησί των σημαδεμένων - Η άρρωστη πολιτεία».
Επίσης στο παρελθόν υπήρξαν και δύο ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ για την Σπιναλόγκα.
Το 1967, ο νεαρός τότε, και πασίγνωστος σήμερα σκηνοθέτης Werner Herzog, γύρισε ένα πειραματικό 12λεπτο ντοκιμαντέρ το Letzte Worte, με θέμα τον καλύτερο λυράρη της Κρήτης που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Σπιναλόγκα, και όταν αυτή καταργήθηκε και έφυγαν από εκεί όλοι οι λεπροί, εκείνος έμεινε μόνος στο νησί αρνούμενος να γυρίσει πίσω . Με αυτό το ντοκυμαντέρ κέρδισε το μεγαλύτερο βραβείο του Oberhausen Film Festival.


ΠΡΟΣΕΥΧΗ Χάρις Αλεξίου


Στίχοι: Χαρούλα Αλεξίου
Μουσική: Χαρούλα Αλεξίου
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου


Δώσ' μου ένα σύνορο να περπατώ
Δώσ' μου ένα όνομα να μη χαθώ
Δώσ' μου ένα όνειρο να κρατηθώ
Δώσ' μου ένα όραμα ν'αντισταθώ

Δώσ' μου ένα παιδί να εξομολογηθώ
Δώσ' μου ένα φιλί να πλύνω το κακό
Ξύπνησέ με το πρωί μ'ένα σκοπό
Που να λέει χαλάλι στη ζωή που ζω

Συνολικές προβολές σελίδας

Ο Καιρός.

....για να δούμε τι θα δούμε στην Τ.V.......