Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Δέκα ψίχουλα για ενα σπουργίτη!

1. H μοναξιά,
ποδήλατο
χωρίς βοηθητικές

2. Η απουσία,
εξάρτηση
από το ορατό

3. Η αμαρτία,
φιάλη οξυγόνου
στην κατάδυση

4. Η αγιότητα,
βράγχια
αντί πνευμόνων

5. Η προσευχή,
μετάλλαξη αναστεναγμού
σε ανάσα

6. Ο φόβος,
οχυρό
στο ανοίκειο

7. Ο άγγελος,
διακριτική
προστασία

8. Ο θάνατος,
αφαίμαξη
πόνου

9. Το άνθος,
υπενθύμιση
παραδείσου

10. Το χαμόγελο,
καθρέφτης
του Θεού

Ο βασιλιάς, η βασίλισσα και το κόκκινο τριαντάφυλλο!

Μια καθημερινή μάχη ανάμεσα στα δύο βασίλεια. Μια μάχη δίχως τέλος εδώ και χρόνια, κανείς δε θυμάται πόσα.


Κάθε νύχτα ο βασιλιάς ακόνιζε τα σπαθιά του, τρόχιζε τα ακόντια, σφυριλατούσε βέλη στα σκοτεινά υπόγεια του παλατιού του.

Απ’ την άλλη μεριά του βουνού, στο άλλο παλάτι, κάθε νύχτα η βασίλισσα έβραζε στο μεγάλο καζάνι της τα φυτά που τις έδιναν τα λαμπερότερα χρώματα, βουτούσε τις κλωστές της και ύφαινε μεταξωτά υφάσματα στη σοφίτα του δικού της παλατιού.



Και κάθε πρωί, χρόνια τώρα, η ίδια μάχη ξεκινούσε με το που ξεμυτούσαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου. Σπαθιά, τόξα και ακόντια εκτοξεύονταν με δύναμη από τη μια μεριά. Πολύχρωμα μεταξωτά υφάσματα απ’ την άλλη.



Κάθε μέρα όλα ήταν πιο βελτιωμένα από την προηγούμενη. Πιο μυτερά τα σπαθιά, πιο αιχμηρά τα τόξα, πλέον ακονισμένα τα ακόντια. Αλλά και πιο πολύχρωμα, πιο λεπτεπίλεπτα και πιο μεγάλα τα μεταξωτά.



Άλλοτε τα όπλα του βασιλιά κατάφερναν να φτάσουν απέναντι δίχως όμως ποτέ να μπορέσουν να μπούνε στο παλάτι για να τραυματίσουν τη βασίλισσα. Κι άλλοτε τα μετάξια κατάφερναν κι αυτά να φτάσουν απέναντι δίχως όμως ποτέ να τρυπώσουν από κάποιο ξεχασμένο ανοιχτό παράθυρο για να τυλίξουν και να πνίξουν τον βασιλιά. Συνήθως στην εναέρια μάχη τα σπαθιά έσχιζαν τα υφάσματα, τα ακόντια τα τρυπούσαν, τα τόξα τα κομμάτιαζαν ή τα μεταξωτά όπλα της βασίλισσας τύλιγαν τα άγρια όπλα του βασιλιά με αφοπλιστικά σφιχταγκαλιάσματα και τυφλώνοντας την πολεμική ορμή τους τα έριχναν στο χώμα.



Τα χρόνια περνούσαν και τα εργαλεία στο υπόγειο του βασιλιά που βελτίωναν τα όπλα του σκούριασαν. Τα χρόνια περνούσαν και τα φυτά που έδιναν τα χρώματα στα υφάσματα της βασίλισσας εξαντλήθηκαν, έσπασε ο αργαλειός της και το μεγάλο καζάνι της ράγισε.



Και καθώς τα χρόνια περνούσαν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα έμειναν άπραγοι, γερασμένοι κι απορημένοι. Ο ένας στο υπόγειο κι η άλλη στη σοφίτα, καθισμένοι στις αναπαυτικές βελούδινες πολυθρόνες τους έσπαζαν το κεφάλι τους να θυμηθούν ποια ήταν η αιτία του πολέμου τους, πώς άρχισαν όλα, πόση ζωή σπατάλησαν σ’ αυτή την ατέλειωτη μάχη. Κανένας όμως απ’ τους δυο δε θυμόταν τίποτα.



Ήρθε χειμώνας βαρύς. Το βουνό που τους χώριζε ήταν χιονισμένο. Ίχνος πράσινου φύλλου δε διέκρινες. Με βαριά βήματα ο βασιλιάς ανέβηκε τη σκάλα του υπογείου, μπήκε στην άδεια αίθουσα του θρόνου και πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε το χιονισμένο βουνό και τα μάτια του έμειναν εκεί ακίνητα χωρίς σκέψεις, αισθήματα, σχεδόν χιονισμένα.



Με βαριά βήματα κι η βασίλισσα κατέβηκε από τη σοφίτα στην δική της άδεια αίθουσα του θρόνου και πλησίασε το παράθυρο. Είδε κι αυτή το χιονισμένο βουνό και τα δικά της μάτια της, ακριβώς σαν τα μάτια του βασιλιά, έμειναν εκεί ακίνητα χωρίς σκέψεις, αισθήματα, σχεδόν χιονισμένα.



Ξαφνικά και ταυτόχρονα είδαν κι οι δυο στην κορφή του βουνού κάτι ολωσδιόλου παράδοξο. Κανείς απ’ τους δυο δεν ήταν σίγουρος τι ήταν αυτό το αλλόκοτο κόκκινο σημάδι που άστραφτε εκτυφλωτικά κι έκανε την πλαγιά να αντιφεγγίζει κόκκινη σαν φωτιά. Ξαφνικά και ταυτόχρονα άνοιξαν οι πύλες και των δυο παλατιών και δίχως να σκεφτούν να φορέσουν τις γούνες τους για να προστατευθούν από το κρύο, ο βασιλιάς κι η βασίλισσα φορώντας μόνον το χρυσούφαντο χιτώνα τους άρχισαν να ανηφορίζουν την πλαγιά.



Με κόπους και με βάσανα έφτασαν κι οι δυο στην κορυφή. Ανάμεσά τους ένα πορφυρό τριαντάφυλλο στεκόταν αμέριμνο μέσα στην άλυκη ομορφιά του, μα κανείς απ’ τους δυο δεν το κοίταξε. Παγωμένοι απ’ το κρύο, πάλευκοι απ’ το χιόνι που στόλιζε τα μαλλιά και τους χιτώνες τους, έμειναν ασάλευτοι να κοιτάζονται στα μάτια.



Οι λεπτές νιφάδες έπεφταν ήσυχα στα βλέφαρά τους κι ύστερα γλυστρώντας στα μάγουλα έλιωναν σχηματίζοντας δάκρυα ζεστά. Άλλες νιφάδες κούρνιασαν μέσα στις βαθιές τους ρυτίδες να ξαποστάσουν και τα πρόσωπά τους άσπρισαν σαν τότε που ήταν νέοι. Τότε που το μεγάλο πάθος του έρωτά τους είχε προλάβει κιόλας να γίνει παραμύθι που διηγούνταν οι γιαγιάδες τις νύχτες στα εγγόνια τους για να κοιμηθούν. Τότε που μετά τον τρικούβερτο γάμο τους έμειναν κλεισμένοι σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες στη βασιλική κάμαρα για να ξεδιψάσουν τους πόθους τους.



Για πότε οι πόθοι τους μεταμορφώθηκαν σε άγριο μένος κανένας απ’ τους δυο δεν κατάλαβε. Για πότε βρέθηκε ένα βουνό ανάμεσά τους κανένας δεν το πήρε είδηση. Για πότε άρχισε ο ατελείωτος πόλεμος μυρωδιά δεν πήραν. Και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια ακατάπαυστης μάχης, πόση ώρα στέκονταν εκεί στην κορφή του βουνού ξυλιασμένοι απ’ το κρύο, χιονισμένοι απ’ τις νιφάδες του χιονιά, μ’ ένα πορφυρό τριαντάφυλλο ανάμεσά τους, ήταν ακόμη ένα μυστήριο στην παράξενη ζωή τους.



Τι σημασία όμως είχαν τώρα όλα αυτά; Όχι, καμιά σημαστία δεν είχαν. Τώρα ο ένας απέναντι στον άλλον θαύμαζε την ομορφιά του, τα δάκρυα των νιφάδων γίνονταν δάκρυα αληθινά που ζέσταναν τις παγωμένες καρδιές τους και πέφτοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου έπεσαν μαζί εκεί στην κορφή του βουνού, λευκοί πάνω στο λευκό, με το κόκκινο τριαντάφυλλο να ενώνει τις δυο καρδιές τους όπως ποτέ κανένα λουλούδι δεν μπόρεσε.

Η πλάση κοκκίνησε απ’ άκρη σ’ ακρη κι επιτέλους το παραμύθι των γιαγιάδων βρήκε το τέλος που του άξιζε…

Ο Δράκος και η νεράιδα!

Ήταν κάποτε ένας δράκος. Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές. Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του και να φυσά φλόγες.
Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε και κάθησε στη μύτη του.Ο δράκος ξαφνιάστηκε.Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
- Όχι..είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις
- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
- Όχι…όποτε θέλω εξαφανίζομαι..
- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω; Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση…όμως του απάντησε:
- Όχι … όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν ...
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει… όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή νεράιδα … Θέλησε να τη φιλήσει … η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.Ο δράκος δάκρυσε…όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.
Η μικρή νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του … του ψιθύριζε απλά το μυστικό … δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις ... πρέπει και να μπορείς .

Κάποιοι είπαν....

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά,
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν,
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Γιε μου τότε…
Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Του Kipling R.J. (1865-1936), Βρετανός Νομπελίστας (1907), "Αν"


Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Είναι τα Ματωμένα Χώματα της Διδώ Σωτηρίου.

Για όσους το βρήκαν το ξαναβάζω για να το απολαύσουν.

Είναι τα Ματωμένα Χώματα της Διδώ Σωτηρίου.

Ένα πολύ όμορφο βιβλίο που δε χορταίνω να διαβάζω και κάθε φορά ν' ανακαλύπτω κάτι που δεν πρόσεξα την επόμενη φορά.

matxo.bmp.jpgΩς τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσι δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. O πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν' αποκτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες, μα της ζήσαν μόνο εφτά παιδιά κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πόλεμοι.

Δε θυμούμαι να μού 'δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι ν' αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα' βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως κι έβγαινε από κει τίποτα. Όταν μας δώσαν από ένα γρόσι στον καθένα ξετρελαθήκαμε! Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, πού χε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε μ' αυτά τη λίμα matxo.bmp.jpgτου. Ο Γιώργης κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιώργης αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του λάχε. Εγώ συγκράτησα τη βιασύνη μου, έψαχνα για το καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ' ελατήριο, το άρπαξα και δε δίστασα να δώσω ολόκληρο το χαρτζιλίκι μου.

Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδερφός μου κορδωμένος παράσταινε το σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα απ' το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντίκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε, άρχισα να ξεφωνίζω:

-Σαλεύει! Είναι ζωντανό!

Μαζεύτηκαν τα αδέλφια μου και κάναν σαν παλαβοί, ποιος θα πρωτοτραβήξει το ελατήριο να φέρει βόλτες το ποντίκι. Μεγαλύτερη συγκίνηση δεν ένιωσα σε όλα τα παιδικά μου χρόνια. Καθώς ήμασταν παραδομένοι στη γλύκα του παιχνιδιού, τσάκωσα με την άκρη του ,ματιού την όψη του πατέρα να γίνεται σκληρή. «Τι νάχει πάλι» σκέφθηκα. Μα πριν βγάλω κρίση, άκουσα τη φουρκισμένη προσταγή του:

-Για εσείς !Φέρτε μου να δω τούτα τα μαραφέτια. Δεν πρόκανε ν' αποσώσει το λόγο του , αρπάζω το ποντίκι, το χώνω προστατευτικά στον κόρφο μου και κατρακυλώ πέντε - πέντε τα σκαλοπάτια του χαγιατιού. Ο αδερφός μου ο Γιώργης δε μ' ακολούθησε ,θες γιατί δεν τόλμησε να εναντιωθεί, πλησίασε τον πατέρα, του παράδωσε την τρομπέτα κι έμεινε να τον κοιτάζει μ' ανοιχτά τρομαγμένε μάτια. Κείνος τη χούφτωσε, τη στράβωσε μέσα στην πετρωμένη παλάμη του κι απέ την πέταξε στο τζάκι.

-Να, λεχρίτες! Έκανε. Για να μάθετε να ξοδεύετε τον παρά σας σε τέτοια παλιοπράματα. Χάθηκε ν' αγοράστε μπρέ , κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι;

Ήταν η πρώτη φορά που αντικρίστικα με την τύφλωση της εξουσίας κι αναστατώθηκα. Που να' ξερα πως σ' ολόκληρο το βίο μου μ' αυτήνα θ' αντιπάλευα ...;

Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της δεν την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ' αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το 'ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά.

Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη:

-Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!

Αιτία του άγριου ξυλοδαρμού ήταν ένα μεταλλίκι. Μου το είχε δώσει ο πατέρας για να πάω στον μπακάλη ν' αγοράσω αλάτι. Ήξερα τι με περίμενε αν το' χανα, γι' αυτό και το κράταγα σφιχτά στην ιδρωμένη μου παλάμη. Οπόταν στο δρόμο, να και πέφτω μπροστά σ' ένα γύφτο με μια μαϊμού, μια κοκκινόκολη , ξύπνια σουσουραδίτσα, που παράσταινε πότε το δάσκαλο, πότε τη δεσποινίδα και πότε το φαρμακοτρίφτη. Ήταν πολύ, πάρα πολύ αστεία. Κόσμος είχε κάνει κύκλο γύρω της και χάζευε. Την ώρα της πλερωμής οι περισσότεροι σκορπίσανε. Ήρθε τότες η μαϊμού , στάθηκε μπροστά μου μ' απλωμένο το ντέφι. Τα μάτια μας αντάμωσαν. Δε βάσταξα, ξέσφιξε η χούφτα μου από μόνη της και τίγκ, τάγκ,τόγκ, κύλησε μέσα στο ντέφι το μεταλλίκι μου.

Όταν γύρισα στο σπίτι μ' αδειανά τα χέρια δεν είπα την αλήθεια, είπα μονάχα πως έχασα τα λεφτά. Αυτό ήταν. Είδα τον πατέρα μου ν' αγριεύει τόσο , που τρόμαξα κι έδωσα ένα σάλτο από το ανώι και βρέθηκα κάτω στο δρόμο με κίνδυνο να σκοτωθώ. Όμως ούτε και αυτή η πράξη της απελπισίας μου δεν τον συνέφερε. Με κυνήγησε , κι όταν με τσάκωσε ένας γείτονας ο Χαμπέρογλου, και με παρέδωκε, άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Από κείνη την ημέρα, όσες φορές έβλεπα οργισμένο τον πατέρα, να άνοιγα τα καλομοπόδαρά μου και κατουριόμουνα. Κι όμως ήρθε εποχή που του τα συγχώρεσα όλα τούτα τα φερσίματά του. Μονάχα κεινού του ξενού, του Χαμπέρογλου, την επέμβαση ούτε την κατάλαβα ούτε και τη συχώρεσα ποτέ.

Στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι:του Θεού και του πατέρα, γιατί μ' αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο , που τονε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε.

Ενα ανεκδοτάκι!

Pink flower
Ήταν ένας τύπος, ναυαγός σε ένα νησί για κάνα δυο χρόνια. Μια μέρα βλέπει μια γυναικάρα με στολή κατάδυσης να ξεπροβάλλει από τη θάλασσα και να τον πλησιάζει με βήμα λικνιστικό. Απορημένος αυτός τρέχει κοντά της:
- "Πως βρέθηκες εσύ εδώ;"
- "Δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να καπνίσεις;"
- "Ε, δεν θα 'ναι και δυο χρόνια;"
Ανοίγει τότε αυτή μια τσέπη της στολής και του δίνει ένα πακέτο τσιγάρα.
- "Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να πιεις;"
- "Ε, δεν θα 'ναι και δυο χρόνια;"
Ανοίγει τότε αυτή μια άλλη τσέπη της στολής και και του δίνει ένα μπουκάλι κρασί. Αρχίζοντας να κατεβάζει το φερμουάρ της στολής:
- "Και δεν μου λες παίδαρε, από πότε έχεις να διασκεδάσεις πραγματικά;"
- "Μην μου πεις ότι έχεις εκεί μέσα μπαστούνια του γκολφ, γιατί θα τρελαθώ!!!"

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Γλώσσες επικοινωνίας!''

....''Εγώ έχω ...πέντε γλώσσες......Η πρώτη είναι το χαμόγελο...Η δεύτερη ειναι τα δάκρυα...
Η τρίτη είναι το άγγιγμα...Η τέταρτη είναι η προσευχή...Η πέμπτη είναι η αγάπη...''

Γερ.Γαβριηλία ''Η ασκητική της αγάπης''

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες - μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα
στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και
μια λέξη : Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Ξεφυλλίζοντας το PAULO COELHO!!

Κάθε στιγμή στη ζωή μας έχουμε το ένα πόδι στο παραμύθι και το άλλο στην άβυσσο.
Οπου είναι η καρδιά σου ,εκεί ειναι και ο θησαυρός σου.Και πρέπει οπωσδήποτε
να βρεις το θησαυρό σου,για να έχουν νόημα όσα έχεις ανακαλύψει στο δρόμο σου.
Ένας πολεμιστής του φωτός χρησιμοποιεί τη μοναξιά αλλά δεν αφήνει τη μοναξιά να
τον χρησιμοποιήσει.
Όταν οι μέρες γίνονται ίδιες,θα πει ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει να αντιλαμβάνονται
τα καλά πράγματα που παρουσιάζονται στη ζωή τους.
Πρέπει να ρισκάρουμε.Δεν κατανοούμε πραγματικά το θαύμα της ζωής αν δεν αφήσουμε να συμβεί το απρόσμενο!!

Συνολικές προβολές σελίδας

Ο Καιρός.

....για να δούμε τι θα δούμε στην Τ.V.......