Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Η γενιά του 50, 60 και 70 !!

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το  Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

Το γάλα μας το έφερνε
ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας

Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
 
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
 
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
 
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!  Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.  Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.  Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.  Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
 
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος. 
Το πιο πάνω κείμενο έφτασε ως εμένα με e-mail.  Δεν γνωρίζω τον αρχικό συντάκτη του.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Συ φταις, γιατί μ’ επίστεψες(Γράφει Γωγώ Ατζολετάκη)

Βουλιάζω σε μια ανείπωτη θλίψη.

Κάποια


 πουλάκια κι ένα διάχυτο πράσινο χρώμα επιμένουν να με πληροφορούν ότι ήρθε η άνοιξη. Περίεργο ! Δεν την κατάλαβα. Μάλλον εμένα με προσπέρασε.

Γκρίζα όλα γύρω μου. Γκρίζα και μέσα μου.

Σε μια χαραμάδα της θλίψης μου αναρωτιέμαι: Ποια είμαι; Πώς έγινα έτσι; Πού είναι η σπαργή και η ικμάδα μου; Πώς χάθηκε ο ενθουσιασμός μου, η ορμή, το δημιουργικό μου πνεύμα;

Σε μια άλλη χαραμάδα της θλίψης μου αναρωτιέμαι: Πού είμαι; Βρίσκομαι ακόμα σ' αυτή τη χώρα που την έμαθα «πατρίδα», ή μετανάστευσα; Μήπως μετανάστευσε η χώρα και με άφησε μόνη;

Φοβερή η μοναξιά χωρίς χώρα, χωρίς πατρίδα.

Ανοίγω την τηλεόραση, για να βάλω και κανένα άλλο χρώμα στο γκρίζο μου, και βλέπω μια κυριούλα να προσπαθεί ν' ανάψει ένα καρβουνάκι.

Στο μέρος όπου τρεις. άνθρωποι ήταν κι αυτοί. ξεκοίλιασαν έναν άλλον άνθρωπο, για να του πάρουν μια βιντεοκάμερα. Που θα τη σκότωναν προφανώς για 10 ευρώ. Τρεις άνθρωποι ξεκοίλιασαν έναν άνθρωπο για 10 ευρώ. Στο κέντρο της Αθήνας. Της πρωτεύουσας της χώρας που την έμαθα σαν «πατρίδα».

Αλλάζω κανάλι και τα μάτια μου πλημμυρίζουν αίμα. Άνθρωποι κατάχαμα στα οδοστρώματα, άνθρωποι-επιβολείς της τάξης με ασπίδες και κράνη να χτυπούν αλύπητα άλλους ανθρώπους, φωτιές, καπνοί, οδομαχίες, οδοφράγματα, Γαλλική. Ελληνική (;) επανάσταση, Άθλιοι κόντρα σε Άθλιους!

Πόλεμος στο κέντρο της Αθήνας. Ακροδεξιοί εναντίον ακροαριστερών, αλλοδαποί εναντίον ημεδαπών, Έλληνες εναντίον ΟΛΩΝ (;)
 
Σηκώνομαι από την πολυθρόνα με το γκρίζο να έχει γύρει προς μπλε μαρέν. Είναι 10 το βράδυ. Σκέφτομαι να κατεβάσω τα σκουπίδια.

«Μη! Είναι επικίνδυνο τέτοια ώρα», μου λέει ένας φίλος, που μένει γωνία Αχαρνών και Ιουλιανού.

«Μα εγώ δε μένω στο κέντρο», του λέω.
«Δεν έχει σημασία», μου λέει. «Το κακό εξαπλώνεται παντού σα ραδιενέργεια. Τώρα έχει ξεφύγει απ' την Ομόνοια και τα Πατήσια και τρέχει. ταξιδεύει με τον άνεμο. θα σε βρει όπου και να 'σαι».

Αποφασίζω να κάνω την επανάστασή μου και κατεβάζω τα σκουπίδια. Στο γυρισμό από τον κάδο κοιτάζω ασυναίσθητα πίσω μου. Μήπως μ' ακολουθεί κανείς;

Ξανακάθομαι στην πολυθρόνα μου και συλλογίζομαι: Σε ποιόν. σε ποιους να καταλογίσω τη θλίψη μου, τον ακρωτηριασμό, το μαρασμό μου; Στους νυν, στους πρώην, στους παραπρώην, στους δικτάτορες, στον Δηλιγιάννη, στον Όθωνα, στον Κωλέττη, ή στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο;.Ποιος θα λογοδοτήσει στην Ιστορία; Κάποιος. κάποιοι θα πρέπει να 'ναι επιτέλους υπεύθυνοι.

Είναι νωρίς για ύπνο, όμως δεν ξανανοίγω την τηλεόραση. Καλύτερα ένα βιβλίο. Απλώνω το χέρι στη βιβλιοθήκη και πιάνω ένα στην τύχη. «Το παράπονον του νεκροθάπτου» του Εμμ. Ροΐδη. Το 'χω διαβάσει; Συνειδητοποιώ πως δεν το 'χω διαβάσει. Παράξενο ! Ο Ροΐδης είν' ο άνθρωπός μου.

«Πάνω στην ώρα!», σκέφτομαι. Έτσι κι έτσι, εδώ που φτάσαμε, έναν νεκροθάφτη χρειαζόμαστε.

Διαβάζω. Και θλίβομαι χειρότερα. Σμίγω το δικό μου παράπονο με τα παράπονα του δυστυχούς νεκροθάπτου, μέχρι που φτάνω στην τελευταία σελίδα για την εξιλέωσή μου:

«Το "συ φταις γιατί μ' επίστεψες" άφησέ το εις τους λωποδύτας του Χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα
λησμονούμεν, τόσο μεγαλειτέρα είνε η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είνε ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδέρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστειαν και την ατιμίαν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί του: Ανάθεμα εις τους λαοπλάνους»!

Κλείνω το βιβλίο με ένα δάκρυ. Ένα μεγάλο δάκρυ για την κατάρα αυτής της χώρας να βρίσκεται πάντα σε χέρια λαοπλάνων.

Μετά σβήνω τα φώτα και πέφτω για ύπνο. Αν καταφέρω να κοιμηθώ.

Καλό ξύπνημα, Συνέλληνες! Και καλή

Λευτεριά!
 Γράφει   η  Γωγώ Ατζολετάκη

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Πάρτε πίσω τη ζωή σας σε 10 βήματα....

O Tony Schwartz,  συγγραφέας του πετυχημένου βιβλίου «Be Excellent at Anything« και πρόεδρος και ιδρυτής της Energy Project, αναφέρει σε άρθρο του στο περιοδικό «Harvard Business Review», 10 πρακτικές συμβουλές ώστε η ζωή μας να αποτελεί πηγή ικανοποίησης .
Η λίστα των συμβουλών ξεκινάει από τις πιο βασικές και θεμελιώδεις, και καταλήγει στο υψηλότερο επίπεδο.Image hébérgée par monsterup.com
1. Κοιμηθείτε επαρκώς κάθε βράδυ. Παρόλο που ο ύπνος είναι το πιο υποτιμημένο μέρος στη ζωή μας, εντούτοις μπορεί να βελτιώσει τα βιώματα μας κάθε στιγμή που είμαστε ξύπνοι. Αν κοιμάστε μόνο 6-6 ½ ώρες, τότε αρκεί μόλις μια ώρα επιπλέον ύπνος κάθε βράδυ ώστε να σας γεμίσει με περισσότερη σωματική ενέργεια, συναισθηματική δύναμη   και διαύγεια σκέψης.
2. Κινηθείτε περισσότερο. Δεν είναι μόνο καλό για την λειτουργία της καρδιάς σας, αλλά και για την ψυχική υγεία σας. Τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα, κάνετε κάποια μορφή άσκησης που αυξάνει σημαντικά τον καρδιακό ρυθμό  για 30 λεπτά,  και επιπλέον κινηθείτε πιο συχνά κατά τη διάρκεια της ημέρας. 




3. Τρώτε λιγότερο και πιο συχνά. Το φαγητό είναι καύσιμο. Άπαχες πρωτεΐνες και σύνθετοι υδατάνθρακες είναι καύσιμο πολλών οκτανίων. Αποδίδουμε καλύτερα όταν τροφοδοτούμε τον εσωτερικό φούρνο μας με μικρές δόσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, αρχίζοντας με το πρωινό. 

4. Ανανεωθείτε. Οι άνθρωποι δεν έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν συνεχώς. Αντιθέτως, πρέπει να υπάρχει διαρκής εναλλαγή μεταξύ χρήσης και ανανέωσης της ενέργειας.  Το ιδανικό θα ήταν να κάνετε ένα διάλειμμα κάθε 90 λεπτά, ακόμη και αν πρόκειται για μόνο ένα ή δύο λεπτά προκειμένου να πάρετε βαθιές αναπνοές. 
 

5. Επενδύστε σε αυτούς που αγαπάτε. Το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να προσφέρετε είναι η πλήρης προσοχή σας. Καλύτερα να είστε πλήρως παρών με κάποιον για μια ώρα, παρά να έχετε φυσική παρουσία για πολλές ώρες, αλλά το μυαλό σας να ταξιδεύει αλλού.  
 

6. Δώστε ευχαριστίες. Είμαστε πολύ πιο γρήγοροι στο να παρατηρούμε τι κακό συμβαίνει στη ζωή μας, από ό, τι τι είναι αυτό που είναι καλό. Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα,  ταχυδρομήστε ένα χειρόγραφο σημείωμα  εκτίμησης σε  κάποιον που το αξίζει, αναφέροντας του για ποιο λόγο είστε ευγνώμον. 
free glitter text and family website at FamilyLobby.com
free glitter text and family website at FamilyLobby.com
7. Κάντε πρώτα το πιο σημαντικό πράγμα. Νωρίς το πρωί έχετε περισσότερη ενέργεια και λιγότερους περισπασμούς. Ξεκινήστε την εργάσιμη ημέρας σας εστιάζοντας χωρίς διακοπή, για 60 έως 90 λεπτά, με τη πιο σημαντική και/ή δύσκολη εργασία που πρέπει να  φέρετε εις πέρας εκείνη την ημέρα.
8. Εξασκηθείτε στον προβληματισμό. Είμαστε τόσο απασχολημένοι με τα τρέχοντα και επείγουσα θέματα της ημέρας,  ώστε σπάνια  αφιερώνουμε χρόνο για να σκεφτούμε τι είναι αυτό που κάνουμε. Αποτραβηχτείτε για 15 έως 30 λεπτά στο τέλος κάθε ημέρας  για να προβληματιστείτε ήσυχα και χωρίς διακοπές για το τι μάθατε αυτή την ημέρα, και ποιες είναι οι σημαντικότερες προτεραιότητες σας για την επόμενη ημέρα.
9. Συνεχίστε να μαθαίνετε. Ο εγκέφαλός μας λειτουργεί καλύτερα όταν τον έχουμε σε εγρήγορση, και η ζωή μας  γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όταν το πετυχαίνουμε. Διαβάζοντας βιβλία είναι ένας απλός και εξασφαλισμένος τρόπος για να μάθετε και να αναπτυχθείτε ως άνθρωπος. Αλλά αυτό μπορείτε να το καταφέρετε και με άλλους καθημερινούς τρόπους, όπως μαθαίνοντας  μια ξένη γλώσσα, ένα άθλημα, ένα μουσικό όργανο, ή πώς να γράφετε κώδικα, να επισκευάζετε ένα αυτοκίνητο, ή να σχεδιάζετε. 


 
10. Προσφέρετε. Αφιερώστε τουλάχιστον μία ώρα την εβδομάδα ώστε να παραμερίσετε τις δικές σας ανάγκες και να αφιερώσετε αυτό τον χρόνο για να δώστε προστιθέμενη αξία στον υπόλοιπο κόσμο γενικότερα. Μια ώρα την εβδομάδα είναι πολύ λίγος χρόνος, αλλά είναι μια αρχή – και επιπλέον είναι περισσότερος χρόνος από ό, τι οι περισσότεροι από εμάς αφιερώνουμε για κοινωνική προσφορά.  


by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συνολικές προβολές σελίδας

Ο Καιρός.

....για να δούμε τι θα δούμε στην Τ.V.......